Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Γύρισα πάλι στο δωμάτιό μου με ημικρανία και κάθομαι και κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη της καμπίνας μου. Έχουν περάσει πολλές μέρες μοναξιάς εδώ στο καράβι. Και το μόνο που μου δίνει κουράγιο είναι η φωτογραφία της μητέρας μου δίπλα στην εικόνα της Παναγίας και του Αγίου Νικολάου που μας προστατεύει σε κάθε φουρτούνα.
Κάθε βράδυ αναλογίζομαι τα παιδικά μου χρόνια στη Σύρο. Φτώχεια καταραμένη και η μητέρα μου προσπαθούσε να μεγαλώσει εμένα και τα αδέλφια μου. Έτσι δεν παντρεύτηκα ποτέ και έγινα ναυτικός.
Να ΄μαι 37 χρονών τώρα, μόνος, χωρίς κανέναν παρά μόνο τους συντρόφους μου και την καμπίνα μου. Τι κατάλαβα τόσα χρόνια που βολοδέρνω; Τα χρόνια στη θάλασσα με έχουν κάνει βαρύ, σκληρό κι αμίλητο. Μόνη συντροφιά μου πάντα η γάτα του καραβιού.
Όλα τα έχω συνηθίσει. Όλα; Όχι, δυστυχώς.
Σήμερα, απάλλαξα από το μαρτύριο του πόνου τη μοναδική μου συντροφιά, ρίχνοντάς τη μέσα στη θάλασσα. Όλα άρχισαν όταν καταλάβαμε ότι δεν μπορεί άλλο να ζήσει. Ούρλιαζε σπαρακτικά. Ακόμη και εγώ ο σκληρός δάκρυζα, όταν την έβλεπα έτσι ανυπεράσπιστη. Οι σύντροφοί μου επέλεξαν εμένα, για να τη λυτρώσω από τον αργό και βασανιστικό θάνατο. Πού να ξέρανε… Τρομοκρατημένος, με δάκρυα στα μάτια, χάιδεψα απαλά τη φίλη μου, τη σήκωσα και την πέταξα στη θάλασσα. Κατευθείαν, ένιωσα σαν να έχω πέσει στο κενό και σαν η καρδιά μου να έχει σταματήσει.
Αχ… Κάθε βράδυ τη σκέφτομαι και μου λείπει. Εύχομαι να σε έχω απαλλάξει από τον πόνο, και να μας βλέπεις από εκεί πάνω χαρούμενη… Αναπαύσου εν ειρήνη, αγαπημένη μου…
Διονύσης
Μ.Ε. Β2
*
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Σήμερα ξημέρωσε άλλη μια δύσκολη μέρα στην θάλασσα. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος, γκρίζος, άγριος και μουντός. Δυσκολεύτηκα να σηκωθώ και να αδράξω την μέρα, καθώς όλο το βράδυ σκεφτόμουν πόσο μου λείπουν οι δικοί μου, η οικογένειά μου, ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, τα αδέρφια μου, με αποτέλεσμα να με πιάσει πάλι το κεφάλι μου και να έχω μια απίστευτη ημικρανία. Σαν να μην μου έφτανε η στεναχώρια και η κούραση ήρθα αντιμέτωπος με ένα θλιβερό γεγονός. Η γάτα μας η Μυρτώ…
Η βασίλισσα του καραβιού μας, η λατρεμένη όλων, αρρώστησε και άρχισε να τρελαίνεται, να ουρλιάζει και να χάνει την ισορροπία της. Δυστυχώς υπέφερε πολύ. Τότε εγώ, -ποιος άλλος;- ο πιο σκληρός στο καράβι μας την πέταξα μέσα στη θάλασσα, για να τη λυτρώσω από τον αργό και βασανιστικό θάνατο.
Όσο σκληρός και αν είναι κανείς, στο αντίκρισμα αυτής της σκηνής λυγίζεις, έτσι και εγώ δεν άντεξα. Εκείνη την στιγμή ήταν λες και έχασα ένα κομμάτι της καρδιάς μου. Προτίμησα να μην εκφραστώ μπροστά στους άλλους ναυτικούς, αλλά να έρθω στην καμπίνα μου και να εκφράσω τα συναισθήματά μου σε αυτό το χαρτί, σε αυτό το ημερολόγιο, καθώς κανείς δε θα μπορέσει να το δει, αφού το κρατάω κρυφό. Κλαίνε οι ναυτικοί; Κι όμως, μετά από αυτό το γεγονός δεν άντεξα.
Η Μυρτώ μου με λάτρευε, είχε δείξει την αγάπη της και την προτίμησή της σε εμένα. Πολλές φορές την έβρισκα καθισμένη δίπλα στη φωτογραφία της μητέρας μου προσπαθώντας να χαλαρώσει. Αυτό μου έδωσε την έμπνευση να την ονομάσω με το όνομα της μητέρας μου. Μαζί της είχα περάσει τόσες ώρες σε όλο αυτό το μακρινό και ατελείωτο ταξίδι. Πώς θα συνηθίσω την απουσία της;
Είμαι πολύ θλιμμένος. Και μόνος.
Δ.Μ. Β2
*
Αγαπημένο μου ημερολόγιο
Είμαι σαράντα χρονών. Δουλεύω πάνω από είκοσι χρόνια στα καράβια. Κάποτε είχα οικογένεια, μάνα που με φρόντιζε, αγαπημένη που με περρίμενε. Τώρα πια δεν έχω κανέναν. Η μόνη συντροφιά μου ήταν η γάτα που πετάξαμε σήμερα στη θάλασσα. Ποτέ μου δε βίωσα τέτοια λύπη και μοναξιά. Έχω καπνίσει άπειρα από τα τσιγάρα που φυλάω κάτω από το μαξιλάρι. Μου λείπει η ζεστή συντροφιά της.
Το πρωί έπιασα απαλά τη γάτα, την κοίταξα στα μάτια επίμονα. Τα μάτια της μου θύμιζαν την εικόνα της Παναγίας που έχω τοποθετημένη στο ράφι της καμπίνας μου. Έσφιξα την καρδιά μου και με μια αστραπιαία κίνηση την πέταξα. Ένιωσα ένα μεγάλο σφίξιμο στην κοιλιά μου. Δεν άντεχα άλλο. Άρχισα να τρέχω προς την καμπίνα μου. Δεν ήθελα να με δουν οι υπόλοιποι ναυτικοί να κλαίω. Εγώ είμαι ο δυνατότερος σωματικά αλλά και ψυχικά πάνω στο καράβι. Ίσως να νόμιζε κανείς ότι δεν μπορούν να με στεναχωρούν και να με φοβίζουν αυτά. Έχω περάσει τα πάνδεινα. Όπως και η ουλή που έχω στο μάγουλό μου, όταν πάλεψα με έναν Αμερικάνο σε ένα μπαρ στην Ινδία. Κι όμως…
Ξαπλωμένος στη μικρή, ασφυκτική θλιβερή καμπίνα μου, μεσα σε καπνούς και μέσα στη μοναξιά μου εύχομαι η γάτα μας να έχει πάει στον παράδεισο των καλών γατιών. Και που ξέρεις… ίσως και αυτηνής να της λείπω…
Καληνύχτα…
Ν.Κ. Β2
*
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Τώρα τελευταία συνέχεια τη γάτα μας την Περσεφόνη που είχε την αρρώστια του σιδέρου σκέφτομαι, να επιπλέει στη θάλασσα. Θυμάμαι να φεύγει από τα χέρια μου και να με κοιτάνε όλοι μ΄ ένα βλέμμα φοβισμένο. Σίγουρα όμως εγώ δεν φταίω, αυτοί οι ίδιοι έλεγαν πως την γάτα έπρεπε να την ρίξει από το πλοίο ο πιο μυώδης ναύτης με τατουάζ άγκυρας στο χέρι, αυτός με σημάδι μαχαιριάς στο μάγουλο και με μαλλιά που πάντα του έκρυβαν τα μάτια.
Δεν καταλαβαίνουν ότι έχω και εγώ συναισθήματα παρά τα δεκαπέντε χρόνια στη θάλασσα και τις τρικυμίες, παρά τα σαράντα μου χρόνια σ’ αυτή τη σκληρή ζωή. Πότε θα καταλάβουν ότι και ο Μηνάς μπορεί να νιώσει πόνο; Ότι δεν είναι από σίδερο;
Ναι, την χάιδεψα τη γατούλα μας, την κοίταξα στα μάτια και την πέταξα. Σταμάτησε όμως να πονάει. Τι κι αν της περάσαμε το χάλκινο περιλαίμιο; Δεν τη γλυτώσαμε από την καταραμένη αρρώστια.
Και τώρα στο δωμάτιο κάθομαι μόνος μου, χωρίς γατίσια χάδια, χωρίς νιαουρίσματα. Κοιτάζω τη φωτογραφία της μάνας. Ήρθε η ώρα στη Μυτιλήνη για λίγο να γυρίσω, να δω τους δικούς μου, να μαλακώσει λίγο η καρδιά μου.
Ανδρέας
Ά. Τ. Β3
ι
