Η Αμάσεια ήταν ωραία πόλη, με μεγάλο ποταμό «Ιεσίλ Ιρμάτ», Ίρις, με ωραίες γέφυρες και μεγάλα βουνά. Από την άλλη μεριά, στην κάθετη προς τον ποταμό όψη, παρουσίαζαν επιβλητικά ανοίγματα, τα «Παλάτια των κοριτσιών», που κέντριζαν τη φαντασία και τροφοδοτούσαν τα παραμύθια. Στις όχθες του ποταμού μεγάλοι υδρόμυλοι γύριζαν και άδειαζαν τα ντενεκεδένια κουτιά τους.
Κάθε φορά που τα παιδιά περνούσανε από κει, προσπαθούσαν να δούνε αν είναι κανένα μωρουδάκι μέσα. Γιατί στην Αμάσεια τα μωρά δεν τα έφερναν τα λελέκια και ας είχαν ένα σωρό φωλιές. Το ποτάμι κουβαλούσε τα μωρά, όπως κουβαλούσε τον πλούτο και τη βλάστηση.
Το ποτάμι εκείνο, στα παλιά χρόνια, περνούσε, έλεγαν, από τα πίσω βουνά της Αμάσειας. Όμως, κάποτε, ένας νέος περαστικός είδε και αγάπησε μια όμορφη κοπέλα της Αμάσειας. Για χάρη της ο νεαρός έκανε τον άθλο. Γύρισε τη ροή του ποταμού και χάραξε την κοίτη μέσα στη χώρα, έτσι που να ποτίζεται πλούσια ο κάμπος και η γη της Αμάσειας. Ο νεαρός έχτισε μια μέρα μια βρύση, από τις πολλές που άφησε στον τόπο, όταν μια κακιά γριά πάει και του λέει: «Γιατί δουλεύεις και χτίζεις βρύσες; Η κοπέλα πέθανε.». Τότε ο νεαρός πέθανε επί τόπου. Κι από τότε, εκείνη τη βρύση τη λένε: «Η ματωμένη βρύση».
Στην Αμάσεια υπήρχαν πολλά τζαμιά και μιναρέδες. Ωραία και μεγαλοπρεπή κτίρια. Μερικά όμως από αυτά η παράδοση και η χριστιανική συνείδηση πίστευε ότι ήταν παλιές εκκλησίες. Ένα τζαμί από αυτά ήταν παλιά εκκλησία του Απόστολου Ανδρέα που πρώτος έφερε το μήνυμα του Χριστιανισμού στην Αμάσεια. Η εκκλησία του έγινε τζαμί, αλλά μιναρές δε στέριωσε στο καμπαναριό του. Πολλές φορές επιχείρησαν οι Τούρκοι να χτίσουν μιναρέ, μα κάθε φορά σωριαζόταν κάτω. Ώσπου το πήραν απόφαση και το άφησαν μισοτελειωμένο.
Λεοντία Σπυρίδου


Αφήστε το σχόλιο σας στο "«Η Αμάσεια»"