«Αλλάζοντας το τέλος μα όχι τη Μοίρα!» : μια νέα ανάγνωση του Κωστή Παλαμά

(Με αφορμή το διήγημα «Ο θάνατος του παλικαριού» του Κωστή Παλαμά, το οποίο απολαύσαμε ως ενιαίο λογοτεχνικό κείμενο στο πλαίσιο του μαθήματος της «Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», οι μαθήτριες της Β1 τάξης επιχείρησαν να δώσουν μια δική τους εκδοχή στην εξέλιξη της ιστορίας. Μέσα από τη δημιουργική αυτή προσέγγιση, αξιοποίησαν τη φαντασία και την ευαισθησία τους, αναδεικνύοντας μια διαφορετική οπτική πάνω στο έργο. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το αποτέλεσμα αυτής της συλλογικής προσπάθειας.)
(Γράφουν οι μαθήτριες του Β1: Αλμπάνη Παρασκευή, Αλμπάνη Σοφία, Καλαϊτζάκη Μαρία, Κάππα Σοφία)

Ο Μήτρος είχε ήδη καταρρεύσει από την ασθένεια όταν πάρθηκε απόφαση να μεταφερθεί στην Αθήνα. Το σώμα του είχε εξαντληθεί και το πόδι του είχε γίνει πηγή ανελέητου πόνου, σαν να είχε μετατραπεί σε κάτι ξένο και εχθρικό. Οι συγγενείς και οι κοντινοί άνθρωποι είχαν κάνει και είχαν φέρει ό,τι γνώριζαν. Τίποτα, όμως, δεν απέδιδε· κανένα γιατροσόφι δεν δούλευε και κανένα βότανο δεν βελτίωνε την κατάσταση.
Και έτσι, η ελπίδα μεταφέρθηκε αλλού, σε μια πόλη ξένη και άγνωστη, τη μακρινή πρωτεύουσα, την Αθήνα. Το ταξίδι, μακρύ και δύσκολο, έμοιαζε περισσότερο με πορεία προς την αβεβαιότητα παρά προς τη λύτρωση και την πολυπόθητη σωτηρία. Ο Μήτρος κάποιες φορές είχε συνείδηση, ενώ άλλες χανόταν στην ταλαιπωρία και την εξάντληση. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν σαν να απομακρυνόταν από τον τόπο του, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό.
Στην Αθήνα τον έβαλαν στο νοσοκομείο, σε έναν χώρο γεμάτο σιωπή, λευκούς τοίχους και μια ατμόσφαιρα που δεν άφηνε περιθώρια για συναισθήματα. Οι γιατροί δεν δίστασαν. Ήταν καθαρό πως η μόλυνση είχε προχωρήσει τόσο που απαιτούσε άμεση ακρωτηρίαση του ποδιού. Τα νέα δεν τον τρόμαξαν όπως περίμεναν η μάνα και οι φίλοι του. Τον βάραιναν. Γιατί δεν ήταν μόνο το σώμα που χανόταν, αλλά η εικόνα του εαυτού του, όπως την είχε χτίσει μέσα στα χρόνια.
Από μικρό παιδί έβλεπε τον εαυτό του δυνατό και ολοκληρωμένο. Και τώρα του ζητούσαν να δεχτεί πως αυτό θα χαθεί. Μέσα του γινόταν μια ατέλειωτη, σιωπηλή σύγκρουση. Από τη μια η ανθρώπινη ανάγκη για ζωή, από την άλλη το πείσμα και η άρνηση να δεχτεί μια ζωή διαφορετική και σημαδεμένη. Δεν ακούγονταν φωνές, μόνο οι σκέψεις που τον έτρωγαν ζωντανό.
Τελικά, η επέμβαση έγινε. Όταν ξύπνησε από την αναισθησία, ένιωσε σαν να είχε μεταφερθεί σε ένα σώμα ίδιο αλλά όχι δικό του. Το σώμα του συνέχιζε να υπάρχει.
Για εβδομάδες δεν μιλούσε, δεν έτρωγε καλά, δεν κινούνταν. Ήταν σαν να προσπαθούσε να καταλάβει εάν αυτός που ζούσε ήταν ο ίδιος ή κάποιος που του το μοιάζει. Με τον καιρό άρχισε αργά και βασανιστικά να συνειδητοποιεί ότι η ζωή συνεχίζεται, ακόμα και αν δεν είναι ίδια με πριν.
Όταν γύρισαν στο Θεσσαλοχώρι, δεν γύρισε πραγματικά σε αυτό που θυμόταν. Η γη ήταν ίδια, αλλά η θέση μέσα του είχε αλλάξει. Οι άνθρωποι τον κοιτούσαν διαφορετικά, με βλέμματα γεμάτα απορία, λύπηση ή αμηχανία, σαν να είχε μετατραπεί σε κάτι αόριστο, σε γνώριμο και ξένο ταυτόχρονα.
Κάποιοι τον πλησίαζαν με κατανόηση, άλλοι με αμήχανη απόσταση που δεν απαιτούσε εξήγηση. Η ζωή του άρχισε να στενεύει. Δεν περπατούσε όπως πριν. Με δυσκολία έβγαινε έξω, πάντα με την υποστήριξη του Γιαννάκη του Ταρνάναμα, του του Μάρκου του Κανίνια και της Ταρίας Ταρέλας. Δεν ήθελε να απομακρυνθεί πολύ από τα σπίτια, σαν να φοβόταν τον εαυτό του μέσα στη ζωή των άλλων.
Μέσα σ’ αυτή τη νεκρική σιγή εμφανίστηκε μια σκιά που δεν θα έφευγε με εύκολο τρόπο. Η Φροσύνη, η αρραβωνιαστικιά του, αρχικά προσπαθούσε να του σταθεί, να είναι κοντά του σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Όμως ο χρόνος, τα βλέμματα του χωριού, οι ψίθυροι και ο φόβος για το «τι θα πει ο κόσμος» άρχισαν να την απομακρύνουν από το πλευρό του.
Η σχέση τους δεν διαλύθηκε ξαφνικά, αλλά σιγά σιγά, χωρίς καβγάδες, μόνο με σιωπές που σταδιακά μεγάλωναν. Μέχρι που ήρθε η μέρα που η Φροσύνη του είπε διστακτικά ότι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι τη ζωή της.
Ο Μήτρος δεν αντέδρασε. Δεν φώναξε, δεν έκλαψε, δεν ζήτησε εξηγήσεις. Μόνο την κοίταξε, γιατί βαθιά μέσα του ήξερε ότι είχε τελειώσει, πριν καν ειπωθεί.
Από τότε και μετά, ο κόσμος του άρχισε να μικραίνει. Πλέον δεν ήταν το σώμα του και η αναπηρία του που τον περιόριζαν, αλλά η αίσθηση ότι είχε χάσει τη θέση του μέσα στις καρδιές των άλλων. Λίγες ήταν πια οι κουβέντες, οι κινήσεις και οι έξοδοι του.
Κάποιες στιγμές νοσταλγούσε τον παλιό του εαυτό. Αναρωτιόταν αν αυτό που είχε απομείνει ονομάζεται «ζωή» ή απλώς «συνέχεια». Οι μήνες περνούσαν χωρίς έλεος και ο Μήτρος χειροτέρευε όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά. Οι μέρες ήταν γεμάτες μελαγχολία! «Τι να την κάνω τη ζωή μου πια; Είπαν ότι γλίτωσα αλλά εγώ νιώθω ηττημένος σαν λουλούδι που του κόψανε τον ανθό. Άντρας ήμουν…τώρα τι είμαι; Και τώρα έφυγε κι εκείνη αλλά δεν την αδικώ! Όχι! Καλά έκανε και έφυγε! Τι να με κάνει έτσι; Να με βλέπει να σέρνομαι; Δίκιο έχει!!! Ούτε εγώ θα έμενα!»
Κι εκείνα τα μεσάνυχτα κρατώντας τις λευκές λαμπάδες βρήκαν τον δύσμοιρο τον Μήτρο κρεμασμένο από την αγριελιά, δίπλα από το σπίτι του!
Τουλάχιστον τελείωσαν τα μαρτύριά του…

Εικονογράφηση με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης

Εικονογράφηση με τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης

Η εικονογράφηση έγινε τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης

Η εικονογράφηση έγινε τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης

ΧΑΡΔΑΛΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ
Περί ΧΑΡΔΑΛΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ 97 Άρθρα
Φιλόλογος

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης