Στο παρόν τεύχος της Σχολικής Εφημερίδας, και συγκεκριμένα στη στήλη για τους γονείς θα θέλαμε να αναφερθούμε σε έναν σημαντικό Νευρολόγο-Ψυχίατρο, τον Ματθαίο Γιωσαφάτ και στο βιβλίο του «Μεγαλώνοντας Μέσα στην Ελληνική Οικογένεια. Η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού και ο ρόλος των γονιών. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. »(εκδ. Αρμός, Αθήνα, 2010). Το παρόν άρθρο θα εστιάσει στις απόψεις του Ματθαίου Γιωσαφατ σχετικά με τη σχέση των παιδιών με τη μητέρα τους μέσα στην οικογένεια.
Αρχικά, ας γνωρίσουμε την ψυχίατρο Ματθαίο Γιωσαφάτ(1937-2022) . Το 1963 αποφοίτησε από την Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και απέκτησε την ειδικότητα του Νευρολόγου- Ψυχίατρου το 1967. Μετέβη για περαιτέρω σπουδές στο Λονδίνο, όπου και παρέμεινε για δεκαπέντε χρόνια. Εκεί έλαβε διάφορα διπλώματα στην Ψυχιατρική και τον Παιδοψυχιατρική. Έκανε επίσημη πενταετή εκπαίδευση στην Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία και τετραετή στην Ομαδική ανάλυση και Οικογενειακή θεραπεία. Υπήρξε τακτικό μέλος πολλών διεθνών επιστημονικών Εταιρειών και συμμετείχε στη συγγραφή πολλών επιστημονικών βιβλίων. Υπήρξε ο ιδρυτής με άλλους συναδέλφους του, της Παιδοψυχιατρικής Εταιρίας Ελλάδος, της οποίας και εξελέγη ο πρώτος Πρόεδρος.
Το βιβλίο του « «Μεγαλώνοντας Μέσα στην Ελληνική Οικογένεια» αποτελείται από τέσσερις διαλέξεις, που σκοπό είχαν να συζητηθεί ο ρόλος των γονέων στο μεγάλωμα των παιδιών. Αναφερόμενος στη διαδικασία της κύησης στην πρώτη ομιλία, ο Γιωσαφάτ αναφέρει πως πια όλοι ξέρουμε ότι είναι απαραίτητη η υγιεινή διατροφή της μητέρας, να μην καπνίζει, να μην παίρνει ναρκωτικά, αλκοόλ, φάρμακα, «αλλιώς το παιδί μπορεί να βγει ελαττωματικό.» Με τρόπο απλό, με ύφος οικείο και άμεσο ο Μ. Γιωσαφάτ μάς μιλά σαν να είμαστε μπροστά του, σαν να μας βλέπει, σαν να μας ξέρει και δεν θέλει να μας κουράσει με επιτηδευμένες εκφράσεις και ειδική ορολογία. Σαν να δίνει συμβουλές ο παππούς στα εγγόνια του. Συνεχίζει γράφοντας: « Γνωρίζουμε, επίσης, όσον αφορά τον ψυχολογικό τομέα, ότι η μητέρα μπορεί να έχει άγχος, που επιδρά πολύ στο παιδί. Πάνω στους δυο – τρεις μήνες αρχίζει να διαμορφώνεται στο παιδί ένα στοιχειώδες νευρικό σύστημα, βάση αργότερα της ψυχικής και της διανοητικής μας ζωής. Τότε το έμβρυο είναι ευάλωτο στο άγχος και στο κάπνισμα, γιατί διαταράσσουν τους παλμούς της μητέρας.» Επιπλέον, αναφέρει ότι σύμφωνα με μια μεγάλη έρευνα το άγχος ή άλλες ψυχικές διαταραχές της μητέρας επηρεάζουν τα έμβρυα που γεννιούνται με ευαίσθητο νευροφυτικό σύστημα. Επίσης, έχει βρεθεί πως όταν η μητέρα έχει κατάθλιψη, αυτό επιδρά στον πρώιμο εγκέφαλο του εμβρύου και αργότερα του βρέφους. Άρα , η ψυχική υγεία της μητέρας είναι σημαντική.
Πολύ ενδιαφέρον έχει η εξής θέση του ψυχαναλυτή- ψυχίατρου : « Υπάρχει μια φαντασίωση ότι οι μητέρες είναι όλες καλές. Δεν είναι. Γίνεται εξιδανίκευση της σχέσης μητέρας- παιδιού. Όλοι έχουμε ανάγκη να πιστεύουμε ότι η μαμά μας είναι καταπληκτική. Η μαμά είναι μια γυναίκα η οποία γίνεται μαμά. Αυτό βάζει μεγάλο βάρος πάνω της και μπορεί να είναι δύσκολη γυναίκα. Ισχύει και για τον πατέρα. Τότε, αν το παιδί το πάρει απόφαση ότι “η μαμά μου δεν με θέλει”, μπορεί και να επιβιώσει βρίσκοντας άλλους τρόπους. Θα βρει μια θεία, τον μπαμπά, τον μεγάλο αδελφό, κάποιον άλλο. Έτσι, ενώ είναι τραυματισμένο, έχουμε μικρότερες συνέπειες.».
Στη δεύτερη ομιλία, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο ως δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Ο πρώτος χρόνος της ζωής. Η στοματική φάση» ο Μ. Γιωσαφατ υποστηρίζει πως το βρέφος τους τέσσερις περίπου πρώτους μήνες είναι σε σύγχυση, δεν έχει όρια, δεν καταλαβαίνει τίποτε, δεν έχει αίσθηση εαυτού, ούτε αίσθηση ατομικότητας. Θεωρεί, περίπου ασυνείδητα ότι ο κόσμος είναι αυτό και αυτό είναι ο κόσμος. «Με τη λειτουργία της εμπαθητικότητας, της κατανόησης της μητέρας, αρχίζει και καταλαβαίνει τι είναι πόνος, ευχαρίστηση, ανακούφιση, που δεν τα καταλάβαινε πριν. Και ότι αυτά ανήκουν σε εκείνο, αλλά σχετίζονται με το πρόσωπο, με το αντικείμενο, όπως το λέμε, που είναι η μητέρα. Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να αναπτύξει γνώση του περιβάλλοντος, ούτε γνώση του εαυτού του, ούτε αυτενέργεια, ούτε τίποτα. Αυτό δημιουργείται σιγά- σιγά. Πρέπει να υπάρχει μια μητέρα για να δημιουργηθεί αυτή η αίσθηση πρωτογενούς ασφάλειας. Μητέρα, καλούμε, όπως είπα και πριν, το πρόσωπο που φροντίζει το βρέφος.»
Στην τρίτη του ομιλία έχω συγκρατήσει ως βασική θέση του Γιωσαφάτ πως στο δεύτερο χρόνο της ζωής του παιδιού κάποια πράγματα το παιδί θα τα επιλέξει, κάποια πράγματα θα του τα επιβάλει η οικογένεια. Έτσι αποκτά δικαιώματα και υποχρεώσεις. «Η δημοκρατία», τονίζει, «απαιτεί ωριμότητα. Έτσι γίνεται το παιδί που δεν είναι υποτακτικό ούτε αναρχικό. Η καλή μητέρα και ο καλός πατέρας και η ατμόσφαιρα του σπιτιού βάζουν κάποια όρια που είναι ελαστικά και ταιριάζουν με την ανάπτυξη του παιδιού. Βάζουν και κάποιες τιμωρίες. Δεν είναι απαραίτητο να δέρνουν το παιδί, όπως παλιά. (…) Η διαπαιδαγώγηση γίνεται σιγά- σιγά. ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΗ. Ο καλύτερος τρόπος να την κάνεις είναι να έχεις μια καλή μητέρα, από την οποία αυτά θα τα έχεις ενδοβάλει, ώστε να μπαίνουν κάποια όρια, σιγά- σιγά όλο και περισσότερα. Αλλά και με τιμωρίες που μπορεί το παιδί να τις δέχεται. Δεν λέμε , για παράδειγμα, «δεν σ’ αγαπώ, γιατί έκανες αυτό», λέμε «αυτό που έκανες είναι κακό». Το μήνυμα είναι ότι εγώ σ’ αγαπώ, αλλά θα τιμωρηθείς. Η αίσθηση που πρέπει να έχει είναι ότι το αγαπάμε, αλλά έκανε κάτι που δεν είναι αποδεκτό στο σπίτι μας και θα έχει συνέπειες , όπως όλοι μας».
Τέλος, στην τέταρτη ομιλία που αφορά στο τρίτο έως το έκτο χρόνο της ζωής του παιδιού, ο Γιωσαφάτ αναφέρει πως σ’ αυτή την ηλικία αρχίζει εντονότερος ανταγωνισμός του παιδιού με τα άλλα παιδιά και με τους γονείς. Το παιδί θέλει να δείξει ότι είναι σημαντικό και σπουδαίο. « Όταν πάνε καλά τα πράγματα, τα παιδιά γίνονται φιλόδοξα, ενεργητικά, πετυχαίνουν πράγματα στη ζωή. Σε αντίθετη περίπτωση μένουν λίγο παθητικά, μαζεμένα και χωρίς μεγάλες επιτυχίες.»
Αγαπητοί γονείς, ας προβληματιστούμε σχετικά με την ψυχαναλυτική ματιά της διαπαιδαγώγησης των παιδιών, ακόμα και αν η ψυχανάλυση δεν είναι κάτι που μας ταιριάζει. Κάθε φορά που σκεφτόμαστε και συζητάμε για την ανατροφή των παιδιών μας, είτε μέσα στην οικογένεια, είτε με φίλους, είτε με τους εκπαιδευτικούς των παιδιών μας, είτε διαβάζοντας άρθρα και βιβλία, έχουμε κάτι ωφέλιμο να κερδίσουμε. Κυρίως δεν επαναπαυόμαστε. Παραμένουμε πάντα κριτικά σκεπτόμενοι και κοντά στα παιδιά μας.
Η συντακτική ομάδα της σχολικής εφημερίδας.
