(εικ: οκτάδραχμο του Αλεξάνδρου Α” (498-454 π.Χ))
Στο μάθημα της Ιστορίας γίνεται λόγος για τον Φίλιππο τον Β’, τον υιό του Αλέξανδρο καθώς και την Περσική εκστρατεία και τα επακόλουθά της. Τι συνέβει όμως πριν από αυτό;
Υπάρχουν δύο μύθοι σχετικά με την προέλευση των Μακεδόνων: Ο πρώτος, αυτός του Μακεδόνα, γιου του Δία, ανιψιού του Έλληνος, και αδελφού του Μαγνήτα (που έδωσε αντιστοίχως το όνομά του στην Μαγνησία της Θεσσαλίας), ο οποίος, κατά τον Μαρσύα, εισέβαλε και εγκαταστάθηκε σε μια περιοχή της τότε Θράκης, που αντιστοιχεί στη σημερινή Πιερία (ΒΑ Θεσσαλία). Η περιοχή ονομάστηκε εκ τότε Μακεδονία και ο λαός της Μακεδνοί/Μακεδόνες από αυτόν.
Ο δεύτερος, αυτός του Κάρανου ή του Περδίκκα, απόγονος του Τημένου, ο οποίος φαινομενικά έφυγε από το Άργος για να ιδρύσει τη δυναστεία των Αργεαδών τον 8/7ο αιώνα π.Χ. (δυναστεία που κυβέρνησε τη Μακεδονία μέχρι το 310 π.Χ.). Κατά τον μύθο, ο Κάρανος ίδρυσε την πρωτεύουσα των Αιγών κατόπιν οδηγούμενος από ένα κοπάδι αιγών (αἴξ, -γος βλ.γίδια) στην Έδεσσα (δεν ταυτίζεται με την σημερινή πόλη). Ωστόσο, έχει συζητηθεί έντονα και πρόσφατα έχει καταρριφθεί το αν οι Αργεάδες προέρχονταν πραγματικά από το Άργος ή απλώς κατασκεύασαν την καταγωγή τους για να προσελκύσουν και να συνδεθούν με τους νότιους Έλληνες, οι οποίοι μέχρι περίπου το 500 π.Χ. (και αργότερα, βλ.Δημοσθένη) τους θεωρούσαν «βαρβάρους» (= ξένους, δηλαδή μη Έλληνες).
Σε κάθε περίπτωση, έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι πριν από την λεγόμενη «Κάθοδο των Δωριέων» [οι Δωριείς ήταν μια βορειοελληνική φυλή, η οποία φαινομενικά, μετακινούμενη προς τα νότια, προκάλεσε την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων στα τέλη της εποχής του Χαλκού (1200-1050 π.Χ)], ενώ οι Δωριείς εξακολουθούσαν να κατοικούν στην Πίνδο [Ηρ.1.56.3], μια δωρική φυλή με το όνομα «Μακέται» [Μαρ.fr. 6], εκτοπίστηκε από τη Μολοσσική φυλή των Ορέστων στην Πιερία*, όπου αναμείχθηκε με τον τοπικό αιολικό πληθυσμό [τους Μακεδνούς]. Το αποτέλεσμα αυτής της ανάμειξης ήταν οι ιστορικοί Μακεδόνες, οι οποίοι επεκτάθηκαν στο «Μακεδονικό Όρος» του Ηροδότου (βόρεια της Πιερίας) περίπου το 650 π.Χ [Ηρ.7.131].
Εκ τότε θα επεκταθούν βόρεια, κατακτώντας όλες τις «άνω μακεδονικές» φυλές (Βοττιαίους, Εορδούς, Αλμωπείς) και εκτοπίζοντας τους Θράκες προς τα ανατολικά:
Υπάρχουν, στην άνω Μακεδονία, Λυγκησταί και Ελιμιώται κι άλλες φυλές που είναι υπήκοοι και σύμμαχοι των κάτω Μακεδόνων, αλλά έχουν η καθεμιά τον βασιλέα της. Την σημερινή παραλιακή Μακεδονία (Πιερία) την κατέκτησαν κι έγιναν βασιλείς οι Τημενίδαι, πρόγονοι του Αλεξάνδρου, πατέρα του Περδίκκα, που η αρχαία τους καταγωγή ήταν από το Άργος. Πολέμησαν και διώξαν από την Πιερία τους Πιερίους, που πήγαν και κατοίκησαν πέρα από τον Στρυμόνα, την Φάγρητα και άλλα μέρη στους πρόποδες του Παγγαίου. Και σήμερα ακόμα, η παραλιακή περιοχή στους πρόποδες του Παγγαίου ονομάζεται Πιερική κοιλάδα. Έδιωξαν από την Βοττία και τους Βοττιαίους που σήμερα συνορεύουν με τους Χαλκιδείς. Κατέκτησαν ύστερα την Πέλλα, έως την θάλασσα. Κατέκτησαν και την ονομαζομένη Μυγδονία (που είναι πέρα από τον Αξιό και φτάνει στον Στρυμόνα) αφού έδιωξαν τους Ήδωνες (Θράκες). Έδιωξαν τους Άλμωπες από την Αλμωπία και τους Εορδούς από την Εορδία. Από αυτούς οι περισσότεροι σκοτώθηκαν και οι λίγοι που απόμειναν εγκαταστάθηκαν γύρω από την Φύσκα. Οι Μακεδόνες αυτοί νίκησαν και άλλες φυλές και τους πήραν μέρη που εξουσιάζουν έως σήμερα, όπως τον Ανθεμούντα, την Γρηστωνία, την Βισαλτία και μεγάλο μέρος της καθαυτό Μακεδονίας. Όλη αυτή η χώρα ονομάζεται Μακεδονία και βασιλεύς ήταν ο Περδίκκας του Αλεξάνδρου [...]. [Θουκ.2.99.2-2.99.6]
Το 513/12 η Μακεδονία θα έλθει υπό Περσικό έλεγχο:
Μόλις ἔφτασαν στὸν ᾿Αμύντα οἱ Πέρσαι παρουσιάστηκαν σ” αὐτὸν καὶ ζήτησαν «γῆν καὶ ὕδωρ» γιὰ τὸ βασιλιά Δαρείο και ο ᾿Αμύντας όχι μόνο τοὺς ἔδωσε αὐτὰ ποὺ ζήτησε ὁ Δαρεῖος, ἀλλὰ τοὺς κάλεσε καὶ στὸ σπίτι του γιὰ νὰ τοὺς φιλοξενήση.
Περαιτέρω, στο ίδιο χωρίο, ο Ηρόδοτος αφηγείται το παρακάτω περιστατικό:
᾿Αφού δε ἑτοίμασε μεγαλοπρεπές δείπνο, δεχότανε μὲ εὐγένεια τοὺς Πέρσες. Στο τέλος τοῦ δείπνου, κι᾿ ἐνῶ συναγωνίζονταν ποιὸς θὰ πιει περισσότερο, οἱ Πέρσαι εἶπαν τὰ ἑξῆς : «Ξένε Μακεδών, ἐμεῖς οἱ Πέρσαι ἔχουμε τὴ συνήθεια, ὅταν προσφέρουμε μεγάλο δείπνο, νάρχονται καὶ νὰ κάθονται κοντά μας οἱ παλλακίδες καὶ οἱ νόμιμες . γυναῖκες μας. Καὶ σὺ λοιπόν, μιὰ ποὺ μᾶς ὑποδέχτηκες με τόση προθυμία, καὶ δίνεις στὸ βασιλιὰ Δαρεῖο «γῆν καὶ ὕδωρ», πρέπει ν” ἀκολουθήσης τὸ ἔθιμό μας». Ο ᾿Αμύντας ἀπάντησε τὰ ἑξῆς σ” αὐτά: «Πέρσαι, ἐμεῖς δὲν ἔχουμε αὐτὸ τὸ ἔθιμο που λέτε, ἀλλ” ἀντίθεται τὸ ἔθιμό μας λέει νὰ εἶναι χωρισμένοι οἱ ἄντρες ἀπὸ τις γυναῖκες. Μιὰ ὅμως ποὺ σεῖς εἶστε κυρίαρχοι καὶ μᾶς τὶς ζητᾶτε, θὰ γίνη κι” αὐτὸ τὸ θέλημά σας». Μετὰ τὴ σύντομη ἀπάντησή του ὁ ᾿Αμύντας ἔστειλε κι” ἔφερε τις γυναῖκες. Ὅταν ἦρθαν αὐτές, κάθησαν στη σειρὰ ἀπέναντι στοὺς Πέρσες. Μόλις δὲ τὶς εἶδαν ποὺ ἦταν τόσο ὡραῖες, εἶπαν στὸν᾿ Αμύντα ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔκανε δὲν ἦταν καθόλου φρόνιμο. Γιατὶ θὰ ἦταν καλύτερα νὰ μὴν ἔρθουν καθόλου οἱ γυναῖκες, παρὰ νὰ ᾿ρθοῦν καὶ νὰ μὴ καθήσουν κοντά τους, ἀλλὰ ἀπέναντί τους, γιὰ νᾶναι «βάσανο στὰ μάτια τους». ᾿Αναγκασμένος τότε ὁ ᾿Αμύντας, τις διέταξε να καθήσουν κοντά τους. Και μόλις οἱ γυναῖκες πήγαν κοντά τους, οἱ Πέρσαι πού εἶχαν πιεί μπόλικο, ἄρχισαν αμέσως να πιάνουν τα στήθη τους καὶ μερικοί νὰ τὶς φιλούν.
Βλέποντας αὐτὰ ὁ ᾿Αμύντας στενοχωρούνταν πολύ ἀλλὰ διατήρησε την ψυχραιμίαν του, γιατί φοβόταν ὑπερβολικά τους Πέρσες. Ὁ γιὸς τοῦ ᾿Αμύντα ὅμως, ὁ ᾿Αλέξανδρος, ὄντας νέος και χωρίς πεῖρα, δὲ μποροῦσε νὰ κρατηθῆ, καὶ γυρίζοντας εἶπε άγανακτημένος πρὸς τὸν Αμύντα, «Εσύ, πατέρα, κύττα τα γηρατειά σου καὶ πήγαινε γιὰ ὕπνο, καὶ μὴν ἐπιμένεις να παρευρεθήτειά αὐτὸ τὸ πιόσιμο. Εγώ ὅμως θὰ παραμείνω ἐδῶ νὰ φροντίσω για όλα όσα χρειάζονται στοὺς ξένους». Ο ᾿Αμύντας κατάλαβε ἀπ” αὐτὰ ὅτι κάποιο τολμηρό σχέδιο ἑτοίμαζε ὁ ᾿Αλέξανδρος, καὶ τοῦ εἶπε: «Παιδί μου, καταλαβαίνω τι θὲς νὰ πῆς καὶ πῶς εἶσαι αναμμένος ἀπὸ θυμὸ καὶ θέλεις νὰ μὲ διώξης ἀπὸ δω γιὰ νὰ κάμης κάποιο τολμηρό πραξικόπημα. Σε παρακαλώ ὅμως νὰ ἀπόσχης ἀπὸ κάθε κακό ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, νὰ ἀνέχεσαι βλέποντας ὅ,τι κάνουν, γιὰ νὰ μὴ μᾶς καταστρέψης. Ὅσο γιὰ τὴν ἀποχώρησή μου, θὰ σ” ἀκούσω».
«Όταν έφυγε ὁ ᾿Αμύντας, κάνοντας στο γιό του αὐτὴ τὴν παράκληση, γυρίζει ὁ ᾿Αλέξανδρος στους Πέρσες καὶ τοὺς λέει: «Οἱ γυναῖκες αὐτές, ξένοι, εἶναι στὴν ἐξουσία σας. Μπορεῖτε νὰ τὶς ἀπολαύσετε εἴτε ὅλες εἴτε ὅσες θέλετε. Ἐσεῖς θὰ τὸ κανονίσετε τὸ ζήτημα αὐτό. Στο μεταξύ, ἐπειδή πλησιάζει ἡ ὥρα νὰ κοιμηθῆτε, καὶ βλέπω κιόλας πῶς ἤπιατε ἀρκετά, ἂν θέλετε, ἀφῆστε τὶς γυναῖκες νὰ πᾶνε νὰ λουστοῦν, καὶ λουσμένες τις περιμένετε πάλι». Οι Πέρσαι τὸν ἄκουσαν κι᾿ ἄφησαν τις γυναῖκες νὰ βγοῦν ἔξω, ὁ δὲ ᾿Αλέξανδρος τις ἔστειλε στο γυναικωνίτη. Έπειτα ἔντυσε μὲ γυναικεία φορέματα ἄντρες χωρίς γένεια, τόσους ὅσες ἦταν οἱ γυναῖκες, κι” ἀφοῦ τοὺς ὅπλισε μὲ ἐγχειρίδια, τοὺς ὁδήγησε μπροστὰ στοὺς Πέρσες καὶ εἶπε: «Νομίζω, Πέρσαι, πῶς σᾶς φιλέψαμε καλά. Γιατί ὅλα ὅσα είχαμε κι᾿ ὅσα μπορούσαμε νὰ βροῦμε γιὰ νὰ σᾶς τὰ προσφέρουμε, ὅλα τὰ κάναμε. Καὶ, τὸ σπουδαιότερο ἀπ” ὅλα, τὶς μητέρες μας ἀκόμα καὶ τὶς ἀδερφές μας, σᾶς τὶς παραδίνουμε γενναιόφρονα, γιὰ νὰ πεισθῆτε ἐντελῶς ὅτι σᾶς τιμοῦμε ὅσο σᾶς ἀξίζει, καὶ γιὰ νὰ ἀναγγείλετε βέβαια στὸ βασιλιὰ ποὺ σᾶς ἔστειλε, ὅτι ἕνας Ἕλληνας διοικητής τῆς Μακεδονίας σᾶς ἔκαμε καλὴ ὑποδοχὴ μὲ τραπέζι καὶ κρεββάτια», ᾿Αφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ ᾿Αλέξανδρος καθίζει κοντά σε κάθε Πέρση κι” ἀπὸ ἕνα Μακεδόνα ἀπ” αὐτοὺς ποὺ ἔντυσε γυναίκες. Κ᾿ ἐκείνοι, μόλις οἱ Πέρσαι ἔκαμαν ἀπόπειρα νὰ τοὺς ἀγγίσουν, τοὺς ἔσφαξαν. [Ηρ.5.18-5.20]
Έπειτα, το 480, έχοντας πέμψει στρατό εναντίον των Περσών στην περιοχή των Τεμπών, οι Έλληνες θα προειδοποιηθούν από τον Αλέξανδρο έναντι της προελάσεώς τους:
[...] Ύστερ᾽ απ᾽ την ερώτησή του για τους χρησμούς και την παραίνεση που απηύθυνε ο Μαρδόνιος, έπεσε η νύχτα και οι σκοποί πήραν τις θέσεις τους. Και καθώς η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ κι είχες την εντύπωση ότι ησυχία βασίλευε πέρα για πέρα στα στρατόπεδα και πως τους στρατιώτες τούς έχει πάρει για τα καλά ο ύπνος, εκείνη την ώρα ο Αλέξανδρος, ο γιος του Αμύντα, που ήταν στρατηγός και βασιλιάς των Μακεδόνων, πλησίασε με τ᾽ άλογό του τις προφυλακές των Αθηναίων και ζητούσε και καλά να συναντήσει τους στρατηγούς τους. Λοιπόν, οι περισσότεροι απ᾽ τους σκοπούς έμεναν στη θέση τους, ενώ άλλοι πήγαν τρεχάτοι στους στρατηγούς· κι όταν έφτασαν, τους έλεγαν πως ήρθε ένας καβαλάρης απ᾽ το στρατόπεδο των Μήδων, που δεν άνοιξε το στόμα του να πει τίποτ᾽ άλλο, παρά μόνο πως θέλει να συναντήσει τους στρατηγούς, αναφέροντάς τους ονομαστικά.
Κι εκείνοι, όταν άκουσαν αυτά, αμέσως τους ακολούθησαν στις προφυλακές. Κι όταν έφτασαν, τους έλεγε ο Αλέξανδρος τα εξής: «Άνδρες Αθηναίοι, καταθέτω εμπιστευτικά στη φύλαξή σας αυτά τα λόγια, με την παράκληση να μείνουν απόρρητα, μονάχα στον Παυσανία να τα πείτε και σε κανέναν άλλο, για να μη με πάρετε στο λαιμό σας· γιατί δε θα μιλούσα, αν η έγνοια μου για ολόκληρη την Ελλάδα δεν ήταν μεγάλη. Γιατί κι εγώ στην καταγωγή ανέκαθεν είμαι Έλληνας και δε θα ήθελα να βλέπω την Ελλάδα να χάσει τη λευτεριά της και να γίνει σκλάβα. [Ηρ.9.44.1-9.45.2]
Η περσική εισβολή οδήγησε έμμεσα στην μεταγενέστερη άνοδο της Μακεδονίας, καθώς η Περσία και η Μακεδονία είχαν κοινά συμφέροντα στα Βαλκάνια. Χάρη στους Πέρσες, οι Μακεδόνες κέρδισαν πολλά εις βάρος ορισμένων από τις βαλκανικές φυλές, όπως οι Παίονες και οι Θράκες. Συνολικά, οι Μακεδόνες ήταν «πρόθυμοι και χρήσιμοι Πέρσες σύμμαχοι»- Μακεδόνες στρατιώτες πολέμησαν εναντίον της Αθήνας και της Σπάρτης στον στρατό του Ξέρξη. Στη Μακεδονία, άφθονα τρόφιμα των Περσών αποθηκεύονταν κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας τους. Λόγω των περιορισμένων πόρων που ήταν διαθέσιμοι στη Μακεδονία εκείνη την εποχή, είναι αμφισβητήσιμο εάν η Μακεδονία φιλοξένησε περσικές φρουρές.
Αν και η περσική κυριαρχία στα Βαλκάνια ανατράπηκε μετά την αποτυχημένη εισβολή του Ξέρξη, οι Μακεδόνες (και οι Θράκες) δανείστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις περσικές παραδόσεις, τον πολιτισμό και την οικονομία των Αχαιμενιδών.
* Ενώ βρίσκονταν στην Πίνδο, οι Μακεδόνες κατοικούσαν στη μεταγενέστερη Ορεστίδα, η οποία τότε ονομαζόταν Μακέτα εξ αυτών. Ο ισχυρισμός της δυναστείας των Αργεάδων ότι προέρχονταν από το Άργος [της Πελοποννήσου] θα μπορούσε να είναι μια παραποιημένη εκδοχή της σύνδεσής τους με το Άργος Ορεστικόν στην πρώην πατρίδα τους.
Συντάκτης: Έσθερ

