Η παιδεία γιορτάζει!

Οι πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας διαμόρφωσαν τις δογματικές,
λατρευτικές και οργανωτικές αρχές στις οποίες θεμελιώθηκε η χριστιανική
θρησκεία και η ίδια η Εκκλησία. Από αυτούς και χωρίς να μειώνουμε το έργο
των υπόλοιπων, ξεχωρίζουν τρεις, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος
Ναζιανζηνός ο Θεολόγος
και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και οι τρεις υπήρξαν
σπουδαίοι ιεράρχες και θεολόγοι. Για αυτόν το λόγο, κάθε χρόνο η
30ηΙανουαρίου είναι γιορτή αφιερωμένη σε αυτούς τους τρεις σπουδαίους
Ιεράρχες, στα γράμματα και τους μαθητές. Ας δούμε λοιπόν, μερικές
πληροφορίες για τον βίο και το έργο των τριών αγίων και πώς αποφασίστηκε η
κοινή εορτή.
Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.
Πατέρας του ήταν ο Βασίλειος (δικηγόρος) και μητέρα του η Εμμέλεια, η
όποια έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χριστιανικού ήθους του
γιου της. Τις βασικές γνώσεις τις έλαβε από τον πατέρα του. Μετά τον
θάνατό του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη το 345 και στη συνέχεια στην
Αθήνα (το 351) για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εκεί έμεινε έως το 355
και γνώρισε τον Γρηγόριο τον Θεολόγο (με τον οποίον θα γίνονταν στενοί
φίλοι) και τον Ιουλιανό (μελλοντικό αυτοκράτορα του Βυζαντίου και πολέμιο
του χριστιανισμού). Μετά την επιστροφή του στην Καισάρεια άσκησε το
επάγγελμα του δικηγόρου, όπως ο πατέρας του. Σύντομα όμως αποφάσισε να
ακολουθήσει την πνευματική ζωή, βαφτίστηκε χριστιανός το 358 και έκανε
περιοδεία σε θρησκευτικά κέντρα της ανατολής. Το 360, αποσύρθηκε μαζί με
τον φίλο του Γρηγόριο σε ασκητήριο στον Πόντο, όπου και έμεινε έως το 364
όταν, ο επίσκοπος Καισάρειας Ευσέβιος τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Μετά
την εκδημία του Ευσέβιου, το 370 ανέβηκε ο ίδιος στον επισκοπικό θρόνο,
μετά από αίτημα του λαού, όπου και έμεινε μέχρι τον θάνατό του, τον
Ιανουάριο του 379. Τα 9 χρόνια του ως επίσκοπος τα αφιέρωσε στην
αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρειανισμού και σε φιλανθρωπικό έργο. Από τα
σπουδαιότερα επιτεύγματά του ήταν η ίδρυση της περίφημης «Βασιλειάδας»,
ενός φιλανθρωπικού συγκροτήματος που περιλάμβανε, ορφανοτροφεία,
νοσοκομεία, φτωχοκομεία, λεπροκομεία κ.ά. Τέλος, άφησε και σπουδαίο
συγγραφικό θεολογικό έργο, συμπεριλαμβανομένης μιας Θείας Λειτουργίας (η
οποία τελείται 10 φορές τον χρόνο) και συγγραμμάτων που έπαιξαν
καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μοναχισμού. Ο άγιος κοιμήθηκε την 1η
Ιανουαρίου 379, σε ηλικία μόλις 49 ετών.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό (ή Ναζιανζό) της
Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν ο Γρηγόριος ο Πρεσβύτερος και η Νόννα. Ο
πατέρας του βαπτίστηκε χριστιανός το 325 και χειροτονήθηκε επίσκοπος
Ναζιανζού το 329. Ο Γρηγόριος σπούδασε ρητορική και φιλοσοφία στην
Καππαδοκία, την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια. Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον
Μέγα Βασίλειο και τον Ιουλιανό. Το 361 επέστρεψε στη γενέτειρά του
καιχειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Όμως λίγο αργότερα έφυγε από την Αριανζό και
συναντήθηκε με τον φίλο του, τον Βασίλειο, στον Πόντο, όπου και έζησαν για
λίγο καιρό ως μοναχοί. Τον επόμενο χρόνο, ο Γρηγόριος επέστρεψε στην
Αριανζό, όπου επέλυσε θεολογικές διαφορές που είχαν διχάσει την τοπική
κοινωνία. Όταν ο αυτοκράτορας Ιουλιανός αντιτάχθηκε ανοιχτά ενάντια στον
χριστιανισμό, ο Γρηγόριος έγραψε τις  «Ύβρεις κατά του Ιουλιανού», έργο
στο οποίο εξηγούσε πως ο χριστιανισμός μπορούσε να αντέξει ενάντια σε
εχθρικούς ηγέτες με υπομονή και αγάπη. Τα επόμενα χρόνια, και σε
εξαιρετικά στενή συνεργασία με τον Βασίλειο, ο Γρηγόριος συμμετείχε στην
καταπολέμηση του Αρειανισμού και μαζί με τον φίλο του αναδείχθηκαν νικητές
σε αυτόν τον αγώνα, με αποτέλεσμα να ανοίξει ο δρόμος για την ανάληψη της
διοίκησης της εκκλησίας. Το 372, χειροτονήθηκε επίσκοπος Σασίμων, θέση που
είχε θεσμοθετηθεί από τον Βασίλειο για να ενισχυθεί η θέση του ενάντια
στον Άνθιμο των Τυάνων. Ο Γρηγόριος ήταν δυσαρεστημένος και πιεζόταν
εξαιτίας της θέσης του. Για αυτό, και μετά από έντονη διαμάχη με τον
Βασίλειο, στο τέλος του ίδιου έτους επέστρεψε στην Αριανζό για να βοηθήσει
τον ετοιμοθάνατο πατέρα του στα επισκοπικά του καθήκοντα. Βέβαια, μετά τον
θάνατο του Βασιλείου, ο Γρηγόριος έστειλε επιστολή στον αδελφό του φίλου
του, Γρηγόριο της Νύσσης με 12 ποιήματα αφιερωμένα στον Βασίλειο,
δείχνοντας πως η φιλία τους είχε αντέξει τη δοκιμασία. Μετά την εκδημία
του, ο Γρηγόριος ανέλαβε τη διοίκηση της εκκλησίας της Αριανζού, χωρίς να
χειροτονηθεί επίσκοπος. Τον επόμενο χρόνο, και μετά από σύσταση του
Βασιλείου, η Σύνοδος Αντιόχειας κάλεσε τον Γρηγόριο να πάει στην
Κωνσταντινούπολη. Η κατάσταση εκεί ήταν δύσκολη, διότι οι υποστηρικτές του
Αρειανισμού έλεγχαν τις σημαντικότερες εκκλησίες. Το 381, ο αυτοκράτορας
Θεοδόσιος συγκάλεσε τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο για την αντιμετώπιση του
Αρειανισμού. Μετά από μία διαφωνία που υπήρξε στη σύνοδο, ο Γρηγόριος
ανακοίνωσε την παραίτησή του στον αυτοκράτορα ο οποίος την αποδέχτηκε.
Ύστερα, επέστρεψε στην Αριανζό, όπου και ξαναέγινε επίσκοπος. Το 383, λόγω
σοβαρής ασθένειας, έδωσε τη θέση του στον Ευλάλιο. 7 ήσυχα  χρόνια
αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου του 390, ο Γρηγόριος απεβίωσε στο
οικογενειακό του κτήμα. Η ονομαστική του εορτή είναι στις 25 Ιανουαρίου.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε πιο μετά από τον Γρηγόριο και τον
Βασίλειο (μεταξύ 344-354, πιθανώς το 349). Ήταν γιος του στρατηγού
Σεκούνδου και της Ανθούσας. Ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο Ιωάννης ήταν
μωρό. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τη μητέρα του, ενώ στη συνέχεια
σπούδασε στη σχολή του Λιβάνιου, ο οποίος ήταν δάσκαλος και συγγραφέας.
Πλάι στον Λιβάνιο, φάνηκε το ταλέντο του στη ρητορική. Επιπλέον, σπούδασε
Θεολογία σε μεγάλη σχολή της Αντιόχειας, το Ασκητήριο. Όταν το 372 η
μητέρα του έφυγε από τη ζωή, βαπτίστηκε χριστιανός και πέρασε 6 χρόνια
μοναστικής ζωής έξω από την Αντιόχεια στην περιοχή Σιλιπίου. Το 381,
χειροτονήθηκε διάκονος και το 386 πρεσβύτερος. Ως πρεσβύτερος ξεκίνησε να
συγγράφει βιβλία, ενώ έλαβε δράση ενάντια σε αιρέσεις της εποχής και
έχτισε πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα (φτωχοκομεία, γηροκομεία κ.ά.). Το 397
διαδέχτηκε τον Νεκτάριο στη θέση του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Ως
Αρχιεπίσκοπος ανέπτυξε ευρύ κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο. Επίσης
κατήργησε κάθε πολυτέλεια στην εκκλησία, περιόρισε στο ελάχιστο τα έξοδα
διατροφής του κλήρου, και προσέφερε χρήματα σε έργα αγάπης. Το μεγαλύτερο
προσόν του όμως ήταν αυτό του λόγου. Δυστυχώς, και παρά την ευρεία
δημοτικότητά του η στάση του προκάλεσε τη δυσαρέσκεια ορισμένων και πλήθος
αντιδράσεων με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός μεγάλου κινήματός εναντίον
του, το οποίο πήγαζε κυρίως από το περιβάλλον της αυτοκράτειρας Ευδοξίας.
Ένας άλλος μεγάλος εχθρός του ήταν ο Θεόφιλος της Αλεξάνδρειας, ο οποίος
έπεισε την Ευδοξία, ότι ο Ιωάννης όταν αναφερόταν στην Ιεζάβελ (όνομα
συνδεδεμένο με γυναίκα που αποστάτησε από την εκκλησία) εννοούσε εκείνη.
Έτσι, μετά από μια στημένη σύνοδο, αποφασίστηκε η εξορία του Χρυσοστόμου.
Σύντομα, όμως επέστρεψε στον θρόνο λόγω του φόβου που προκλήθηκε εξαιτίας
της αντίδρασης του λάου, και άλλων ατυχών συγκυριών καθώς ο Ιωάννης
ταξίδευε προς την εξορία. Τελικά, ο Ιωάννης εξορίστηκε, μόνιμα αυτή τη
φορά, αφού συνέκρινε την αυτοκράτειρα με την Ηρωδιάδα (μοιχαλίδα). Ο
καθαιρεμένος αρχιεπίσκοπος, εξορίστηκε στο χωριό Κουκουσός στα σύνορα
Καππαδοκίας-Αρμενίας, από όπου συνέχισε το ποιμαντικό του έργο. Το χωριό,
προσέλκυσε πολλούς πιστούς οι οποίοι ήθελαν να γνωρίσουν τον Ιωάννη, κάτι
που εξόργισε την αυτοκρατορική οικογένεια. Έτσι, άλλαξαν τον τόπο εξορίας
του στα Κόμανα του Πόντου. Ωστόσο, ο άγιος δεν έφτασε ποτέ εκεί, καθώς ο
θάνατος τον πρόφτασε στη διαδρομή στις 14 Σεπτεμβρίου του 407.
Εύκολα καταλαβαίνει κανείς, ότι η προσφορά των τριών αγίων ήταν τεράστια.
Η φήμη του έργου τους διαδόθηκε τόσο, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση
ερίδων σχετικά με το ποιος άγιος είχε το σημαντικότερο έργο. Για να
επιλύσει αυτές τις έριδες, ο επίσκοπος ΕυχαϊτώνΙωάννης Μαυρόπους καθιέρωσε
την κοινή εορτή τους στις 30 Ιανουαρίου. Πριν την ίδρυση του ελληνικού
κράτους, ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως η Ευαγγελική Σχολή
Σμύρνης και η Ιόνιος Ακαδημία, αναγνώριζαν τους τρεις αγίους ως προστάτες
τους. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η ημέρα θεωρούνταν γιορτή
παιδείας. Μετά την ίδρυση της Ελλάδας το ΕΚΠΑ, αποφάσισε, το 1841, η
ημέρα των Τριών Ιεραρχών να θεωρείται γιορτή της παιδείας, ενώ αργότερα, η απόφαση υιοθετήθηκε και από το κράτος.

 

Απολυτίκιο

Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιρρύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν, θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν καί τόν θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ, τῷ τήν γλῶτταν χρυσορρήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν˙ αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι ὑπέρ ἡμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης