Η Σοφία Λεμπρέν γεννήθηκε το 1785 στην Αμερική σε μία φημισμένη οικογένεια. Ο πατέρας της ήταν Γάλλος διπλωμάτης κι η μητέρα της κόρη του κυβερνήτη της Πελσυβάνια. Στα δεκαεννιά της παντρεύτηκε τον Αν-Σαρλ Λεμπρέν, υπασπιστή του Ναπολέοντα και αργότερα Δούκα της Πλακεντίας. Έτσι έγινε η Δούκισσα της Πλακεντίας. Αρχικά ήταν πολύ ευτυχισμένη. Είχε μία κόρη, που το όνομά της ήταν Ελίζα, αλλά δυστυχώς είχε προβλήματα στον γάμο της κι αποφάσισε να μείνει μακριά από τον σύζυγό της. Έτσι, η Σοφία και η κόρη της, η Ελίζα, φύγανε για την Ευρώπη.
Τα χρόνια που έμεινε στο Παρίσι ήταν ενδιαφέροντα. Έκανε παρέα με σημαντικές προσωπικότητες και φλογερούς φιλέλληνες, ανάμεσά τους τον συγγραφέα Βίκτορ Ουγκό και τον Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1829 είχε ακούσει τόσα για την Ελληνική Επανάσταση και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή. Ξαναγύρισε με την Ελίζα στην Ελλάδα, την εποχή που η χώρα έκανε τα πρώτα της βήματα και εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Τότε εκεί ζούσε κι ο Καποδίστριας. Επίσης αγάπησε την Ελλάδα και τους Έλληνες, την ένιωσε σπίτι της και αποφάσισε να βοηθήσει όπως μπορούσε. Χρηματοδότησε σχολεία θηλέων στην Αίγινα και στο Ναύπλιο καθώς και εκδόσεις ιστορικών βιβλίων. Η κόρη της Ελίζα πούλησε μέχρι και τα κοσμήματά της για να δώσει τα χρήματά της στους φτωχούς.
Δυστυχώς άρχισε να διαφωνεί πολιτικά με τον παλιό της φίλο τον Καποδίστρια, επειδή η κόρη της η Ελίζα συνδεόταν αισθηματικά με τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη, της οικογένειας που τελικά δολοφόνησε τον Καποδίστρια. Πολλοί υποψιάστηκαν ότι έπαιξε κάποιο ρόλο στη δολοφονία του, δεν είχαν όμως καμία απόδειξη εναντίον της. Επίσης έφτασε να κάνει ολόκληρη εκστρατεία εναντίον του.
Επιπρόσθετα, όταν τελικά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ζήτησε από τον μεγάλο αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη να της σχεδιάσει ένα χειμερινό ανάκτορο στη σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας, πιο πάνω από τα βασιλικά ανάκτορα, και μία θερινή βίλα στην Πεντέλη. Ήταν πανέμορφα! Μετά τον θάνατό της, σε ηλικία εξήντα εννιά ετών, η περιουσία της πέρασε στο ελληνικό δημόσιο. Το σπίτι της στη Βασιλίσσης Σοφίας στεγάζει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.
Συντάκτης άρθρου : Αντρέια Τσιουχάν
