Η πρόσφατη τραγωδία στα Τέμπη ήταν κάτι που ξάφνιασε και συγκλόνισε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, καθώς ήταν πρωτοφανής για τα δεδομένα της χώρας. Ωστόσο, υπήρχαν πολυάριθμες ενδείξεις από τους εργαζόμενους, ότι η κατάσταση στις σιδηροδρομικές μεταφορές ήταν επικίνδυνη, με αποτέλεσμα να είναι ζήτημα χρόνου να συμβεί κάποιο σοβαρό ατύχημα. Οι προειδοποιήσεις αυτές αγνοήθηκαν παντελώς τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την εταιρεία με συνέπεια το άδικο και πρωτοφανές δυστύχημα στα Τέμπη.
Η λίστα των θυμάτων ήταν μεγάλη, ανάμεσα σε αυτά, πολλοί νεαροί και φοιτητές να χάνουν απροσδόκητα τη ζωή τους και να πυκνώνουν πολλά ερωτήματα πάνω από τα συντρίμμια.
Η ευθύνη του τραγικού δυστυχήματος δεν περιορίζεται μόνο στους σταθμάρχες, αλλά αφορά χρόνιες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.
Τα συναισθήματα που προκύπτουν από το γεγονός της ανείπωτης οδύνης που μόλις περιγράψαμε ήταν και είναι ανάμεικτα. Αρχικά, κυριαρχούσε αγωνία για τη ζωή των ανθρώπων που βρέθηκαν ζωντανοί και συνέχισαν να παλεύουν για ακόμη μία φορά στο νοσοκομείο. Έπειτα, αγωνία είχαν και οι άνθρωποι που αναζητούσαν τους δικούς τους ανθρώπους στα συντρίμμια, με την ελπίδα ότι θα βρεθούν ζωντανοί. Επιπλέον, το βασικό αίσθημα που επικρατούσε και επικρατεί είναι ο θυμός και η οργή που έχασαν τη ζωή τους τόσα άτομα και άδικα, θεωρώντας πως το τρένο είναι το πιο ασφαλές μέσο μεταφοράς. Η οργή μετατοπίζεται και στο πρόσωπο των υπευθπυνων, καθώς κατόπιν συνεχόμενων προειδοποιήσεων δεν έλαβαν κανένα μέτρο ώστε να προλάβουν και να εμποδίσουν το ατύχημα.
Τέλος, οι σιδηροδρομικές γραμμές πρέπει να εκσυγχρονιστούν για την ασφάλεια και την προστασία όλων των ανθρώπων χωρίς να θρηνήσουμε άλλα θύματα.
Συντάκτης άρθρου : Διονύσης Γιάνναρος
