Μια κρύα παραμονή Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι μιας χιονισμένης πόλης, χαρούμενοι και ζεστά ντυμένοι, φορτωμένοι με ψώνια και δώρα, βάδιζαν βιαστικά προς τα σπίτια τους. Αγνοούσαν, όμως, μια μικρή ορφανή που πουλούσε σπίρτα.
Λίγο αργότερα, ένα αμάξι πέρασε βιαστικά, αναγκάζοντας το κοριτσάκι να τραβηχτεί γρήγορα στην άκρη του δρόμου. Το ένα της τσόκαρο τινάχτηκε μακριά. Τότε ένα αγόρι έτρεξε, το πήρε και έφυγε τρέχοντας. Τα σπίρτα της σκορπίστηκαν στο χιόνι.
Το κοριτσάκι γονάτισε και άρχισε να μαζεύει τα σπίρτα από το χιόνι. Φοβόταν να επιστρέψει σπίτι, καθώς ο πατέρας της τη χτυπούσε όταν δεν κατάφερνε να πουλήσει τα σπίρτα.
Καθώς περπατούσε, κοίταξε από ένα παράθυρο και είδε μια μητέρα που αγκάλιαζε τα παιδιά της στοργικά. Τα δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά της. Στεναχωρημένη και μελαγχολική που ήταν μόνη, βρήκε καταφύγιο σε μια γωνιά. Κάθισε και, τρέμοντας από το κρύο, προσπάθησε να ανάψει ένα σπίρτο για να ζεσταθεί.
Όταν άναψε το πρώτo σπίρτο, είδε μέσα από τη λάμψη ένα όραμα: ένα όμορφο χριστουγεννιάτικο δέντρο γεμάτο φώτα και στολίδια. Καθώς το κοιτούσε, ένα πεφταστέρι φάνηκε στον ουρανό. Τότε θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς της: κάθε φορά που πέφτει ένα αστέρι, κάποιος πηγαίνει στον παράδεισο. Το σπίρτο έσβησε, και το όραμα χάθηκε.
Άναψε ένα δεύτερο σπίρτο. Αυτή τη φορά είδε τη γιαγιά της, τη μόνη που την είχε αγαπήσει πραγματικά. Ήταν γεμάτη στοργή, όπως πάντα. Όμως και αυτό το σπίρτο έσβησε, και η μορφή της γιαγιάς χάθηκε.
Το κορίτσι άναβε και ξανάναβε τα σπίρτα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να κρατήσει το όραμα της γιαγιάς της ζωντανό. Μέσα από τη φλόγα, έβλεπε τη γιαγιά να της χαμογελάει και να την καλεί κοντά της. Στο τέλος, η γιαγιά πήρε το κοριτσάκι μαζί της στον παράδεισο, μακριά από τον πόνο και το κρύο.
Το επόμενο πρωί, οι περαστικοί βρήκαν το μικρό κορίτσι νεκρό, τυλιγμένο στη γωνιά του, με τα σπίρτα σκορπισμένα γύρω του. Πολλά από αυτά ήταν καμένα, μα στο πρόσωπό της είχε απομείνει ένα γαλήνιο χαμόγελο.
Παπαγεωργίου Νεφέλη Α6
