Η βαρετή ζωή των παιδιών

Στη μικρή πόλη του Άνθιμου, υπήρχε ένα σχολείο όπου τα παιδιά ζούσαν μέρες που μοιάζανε όλες ίδιες. Ο ήλιος έβγαινε, τα πουλιά κελαηδούσαν, αλλά για τα παιδιά όλα φαίνονταν μονότονα. Ο Μάνος, η Σοφία και ο Νίκος ξυπνούσαν κάθε πρωί, πήγαιναν σχολείο, έτρωγαν το ίδιο σάντουιτς, έκαναν τα ίδια μαθήματα και επέστρεφαν σπίτι.

«Δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον στη ζωή μας», παραπονιόταν ο Μάνος κάθε μέρα. Η Σοφία προσπαθούσε να φανταστεί περιπέτειες και ο Νίκος απλώς κοιτούσε το ταβάνι, αναρωτώμενος αν ποτέ θα συμβεί κάτι διαφορετικό.

Μια μέρα, όμως, ενώ περπατούσαν στον δρόμο για το σπίτι, βρήκαν ένα μικρό, περίεργο κουτί με ζωγραφισμένα χρώματα που δεν είχαν ξαναδεί. Το κουτί είχε μια επιγραφή: «Μόνο για αυτούς που βαριούνται».

«Τι λες να το ανοίξουμε;», είπε η Σοφία, με μάτια που άρχισαν να λάμπουν από περιέργεια.
«Μα μπορεί να είναι επικίνδυνο», φοβήθηκε ο Νίκος.
«Δεν πειράζει, ποιος νοιάζεται για τη βαρεμάρα;» αντέτεινε ο Μάνος.

Όταν άνοιξαν το κουτί, ένας μικρός στροβιλισμός φωτός τους τράβηξε μέσα. Ξαφνικά βρέθηκαν σε έναν κόσμο γεμάτο γέλια, μυστήρια και απίθανες δημιουργίες: τα δέντρα χόρευαν, τα ποτάμια άλλαζαν χρώματα και κάθε ζώο μιλούσε. Οι τρεις φίλοι ανακάλυψαν ότι η βαρετή ζωή τους είχε τελειώσει —αρκούσε μια μικρή δόση περιέργειας και τόλμης για να μεταμορφωθεί κάθε μέρα σε περιπέτεια.

Από εκείνη την ημέρα, τα παιδιά δεν ξαναβρήκαν ποτέ τη βαρεμάρα. Κάθε πρωί ξυπνούσαν με ανυπομονησία για την επόμενη ανακάλυψη, μαθαίνοντας ότι η ζωή είναι βαρετή μόνο αν εμείς το αφήνουμε.

Ελένη Κόνια

Ραφαέλα Σότα

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης