Κεφαλονίτικο Λεξικό

dictionary

Αβάντι → εμπρός

Αβάκα → συναιτερικά, μισά-μισά

Αβάντα → κέρδος όχι πάντα θεμιτό, πλεονεκτική θέση

Βαθουλοκαρυκιασμένος → τα μάτια να έχουν μαύρους κύκλους και να είναι βαθιά στις κόχες

Γαδένα → μικρή λεκάνη, πήλινο βαθύ σκεύος κουζίνας

Δαύλιακας → ο περίδρομος, π.χ. έφαγε το δαύλιακα

Δεβόγιος → αδιάθετος, μισοάρρωστος

Κοντογούνι → το κοντό παλτό

Λαουρέντες → (ιταλική προέλευση) βοηθός εργάτη

Μαγαρίζω → νοθεύω, λερώνω

Συντάκτης: Κορίνα

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης