
Αβάντι → εμπρός
Αβάκα → συναιτερικά, μισά-μισά
Αβάντα → κέρδος όχι πάντα θεμιτό, πλεονεκτική θέση
Βαθουλοκαρυκιασμένος → τα μάτια να έχουν μαύρους κύκλους και να είναι βαθιά στις κόχες
Γαδένα → μικρή λεκάνη, πήλινο βαθύ σκεύος κουζίνας
Δαύλιακας → ο περίδρομος, π.χ. έφαγε το δαύλιακα
Δεβόγιος → αδιάθετος, μισοάρρωστος
Κοντογούνι → το κοντό παλτό
Λαουρέντες → (ιταλική προέλευση) βοηθός εργάτη
Μαγαρίζω → νοθεύω, λερώνω
Συντάκτης: Κορίνα
