Μια ανάμνηση από τις αγαπημένες μου καλοκαιρινές διακοπές είναι όταν πήγα με την οικογένειά μου σε ένα ξενοδοχείο στην Εύβοια.
Τις πρώτες μέρες ο μπαμπάς ξύπναγε νωρίς για να πιάσει ξαπλώστρα στην πισίνα. Μετά από ώρα ξυπνούσαμε κι εμείς, τρώγαμε το πρωινό μας και πηγαίναμε για μπάνιο. Μετά το μπάνιο τρώγαμε μεσημεριανό και το απόγευμα πηγαίναμε ξανά για μπάνιο. Κάπως έτσι κυλούσε η μέρα μας…
Ώσπου μια μέρα κάτι άλλαξε, ένα αγοράκι έγινε φίλος με τον αδελφό μου. Από τότε ξεθαρρέψαμε. Κάθε πρωί συναντιόμασταν και παίζαμε, κάναμε εξερευνήσεις, κατασκοπεύαμε τον κόσμο και κοιτούσαμε τους υπάλληλους. Μια μέρα όμως έγινε κάτι αναπάντεχο! Είχαμε συναντηθεί και παίζαμε, ώσπου μας ήρθε μια ιδέα. Πήραμε το κινητό της μαμάς του και ξεκινήσαμε να τρέχουμε προς την παραλία. Όταν φτάσαμε τα αγόρια ξεκίνησαν να κατασκευάζουν ένα καλάμι ενώ εγώ κρύωνα και φοβόμουν. Τελικά έβαλαν μουσική και ξεκίνησαν να τραγουδάνε. Μετά από λίγη ώρα οι γονείς μας ξεκίνησαν να μας ψάχνουν. Τελικά μας βρήκαν. Από τότε δεν ξαναφύγαμε. Μετά από δύο μέρες οι διακοπές μας είχαν πάρει τέλος. Αποχαιρετηθήκαμε και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού.
Σε αυτό το ταξίδι μάθαμε πολλά και περάσαμε πολύ ωραία.
Της μαθήτριας της Ε” τάξης Ι.Τ.
Η εικονογράφηση και η επιμέλεια των εικόνων έγινε από τον μαθητή Ο. Π.

