Συγγραφείς στήλης Παραδοσιακής Μουσικής:
Οι μαθήτριες της Β τάξης Γυμνασίου του Μουσικού Σχολείου Πατρών, Ζαχαροπούλου Δέσποινα, Ελένη Κατσαούνια και Ευγενία Κατσαούνια
Η πρώτη μας δημοσίευση είναι μια αποκλειστική συνέντευξη του κ. Χάρη Ζωιδάκη, καθηγητή του Μουσικού Σχολείου Πατρών, ο οποίος μοιράζεται πολύτιμες γνώσεις και εμπειρίες για την τέχνη της παραδοσιακής μουσικής και για το κρητικό λαούτο.
«Η Ζωντανή Κληρονομιά της Παραδοσιακής Μουσικής, συντροφιά με το κρητικό λαούτο»
ΕΡ : Αγαπητέ κύριε Ζωιδάκη, είστε καθηγητής στο σχολείο μας, στο Μουσικό Σχολείο Πάτρας, και αποφασίσαμε να κάνουμε μία συζήτηση μαζί σας για να μας δώσετε πληροφορίες για το κρητικό λαούτο. Ξεκινώντας, θα θέλαμε να σας ρωτήσουμε με ποια αφορμή ξεκινήσατε τις σπουδές σας πάνω στο κρητικό λαούτο;
ΑΠ: Καταρχάς, θα ήθελα να σας συγχαρώ και να ευχηθώ ό,τι καλύτερο για αυτήν σας την προσπάθεια και την συμμετοχή σας στην εφημερίδα του σχολείου μας. Η αφορμή για την ενασχόλησή μου με το κρητικό λαούτο είναι αρκετά παλιά, στα παιδικά μου χρόνια, καθώς έπαιζε κρητικό μαντολίνο ο πατέρας μου. Με τα κρητικά ακούσματα στο σπίτι, την κρητική καταγωγή μου και την αγάπη μου για την Κρήτη, την κουλτούρα της, τις παραδόσεις της, τους χορούς της και την εν γένει πορεία της και ιστορία της μέσα στους αιώνες, αναπόφευκτα αγάπησα και τα κρητικά μουσικά όργανα, με σημαντική θέση το κρητικό λαούτο.
ΕΡ: Πόσο εύκολο ήταν να βρείτε δάσκαλο για να σπουδάσετε το συγκεκριμένο μουσικό όργανο;
ΑΠ: Ήταν δύσκολο, σχεδόν απίθανο, να βρω δάσκαλο για το συγκεκριμένο μουσικό όργανο, ειδικά στην Πάτρα, μακριά από την Κρήτη. Γι’ αυτό και είμαι αυτοδίδακτος. Μόνο κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών παρακολούθησα για τέσσερα εξάμηνα μαθήματα ταμπουρά από τον καθηγητή κ. Καραφύλλη. Ο ταμπουράς είναι παρεμφερές όργανο με το λαούτο, ανήκει στην ίδια οικογένεια, μπορεί να παίξει το ίδιο ρεπερτόριο κι έχει αρκετά παρόμοια τεχνική παιξίματος. Εξάλλου, στην Κρήτη υπάρχει το μπουλγαρί ή κρητικός ταμπουράς, που συνήθως παίζεται από μουσικούς που παίζουν και λαούτο. Οπότε, μετά τις σπουδές μου στον ταμπουρά, εξασκήθηκα μόνος μου και έμαθα να παίζω τρίχορδο μπουζούκι και λαούτο, κρητικό και στεριανό.
ΕΡ: Μιλήστε μας, παρακαλώ, για την ιστορία του κρητικού λαούτου.
ΑΠ: Στον ελλαδικό χώρο και γενικότερα στην ανατολική Μεσόγειο υπήρχαν από τη 2η και 3η χιλιετία π.Χ. όργανα της οικογένειας του λαούτου, δηλαδή έγχορδα με ηχείο, ταστιέρα, χορδές και κλειδιά, που παίζονταν είτε με τα δάχτυλα είτε με κάποια πένα (πλήκτρον) ή φτερό (μεγάλου πτηνού). Τέτοιο όργανο ήταν η πανδούρα και η παρουσία τους από τότε μέχρι και σήμερα είναι συνεχής. Γενικά, θεωρείται ότι το λαούτο στη σημερινή του μορφή διαμορφώθηκε από τους Άραβες και ήρθε στην Ευρώπη περίπου τον 10ο – 11ο αιώνα. Στη δημοτική μας ποίηση και στα ακριτικά τραγούδια αναφέρεται συχνά, καθώς και στο κρητικό τραγούδι « Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου:
[…] ήπαιρνεν το λαγούτο του, κ” εσιγανοπορπάτει, 377
κ” εκτύπα-ν το γλυκιά-γλυκιά ανάδια στο Παλάτι.
Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή είχε σαν τ’ αηδόνι·
κάθε καρδιά, να του γρικά, κλαίγει κι αναδακρυώνει. […] 380
(Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού – Κορνάρος Βιτσέντζος – Kornaros, n.d.)
Στις μέρες μας, ήδη εδώ και έναν αιώνα, αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της κρητικής μουσικής, και μαζί με την κρητική λύρα αποτελούν την κρητική ζυγιά.
ΕΡ: Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τις δυνατότητες του συγκεκριμένου μουσικού οργάνου;
ΑΠ: Οι δυνατότητες του κρητικού λαούτου είναι πολλές, καθώς λειτουργεί και ως σολιστικό όργανο, αλλά και ως όργανο συνοδείας για τη λύρα, το βιολί, το μαντολίνο ή κάποιο πνευστό (ασκομαντούρα ή θιαμπόλι). Έχει μεγάλη μουσική έκταση που υπερβαίνει τις τρεις οκτάβες, μπορεί να έχει δυνατό και «βροντερό» ήχο ή σιγανό και γλυκό, αναλόγως με το χειρισμό της πένας ή φτερού από τον οργανοπαίχτη. Ο ήχος του έχει πολύ όγκο λόγω του μεγάλου ηχείου του, αλλά κι επειδή οι 3 από τις 4 διπλές χορδές του είναι χορδισμένες σε οκτάβες μεταξύ τους, ενώ πλήττονται ταυτοχρόνως από το φτερό. Επίσης, δημιουργεί και ιδανική ρυθμική συνοδεία για τη λύρα ή το βιολί καθώς, με κάποιες τεχνικές ιδίως στο αριστερό χέρι, δίνει την αίσθηση και τον ήχο ότι ταυτοχρόνως παίζει μαζί και κάποιο κρουστό όργανο.
ΕΡ: Πόσα χρόνια σπουδών απαιτούνται για την εκμάθηση του κρητικού λαούτου;
ΑΠ: Συνήθως, πιστεύω, ότι απαιτούνται 6-7 χρόνια σπουδών. Βέβαια, αυτό εξαρτάται κατά περίπτωση από τη μελέτη και τον ζήλο που επιδεικνύει κάθε σπουδαστής – όπως εξάλλου ισχύει για όλα τα μουσικά όργανα – καθώς επίσης σημαντικό ρόλο παίζει το να έχει βιώματα ή ακούσματα αυτής της μουσικής και να την τραγουδά ή και να την χορεύει.
ΕΡ: Θέλετε να μας μιλήσετε για τη συμμετοχή του μουσικού οργάνου στην παραδοσιακή ορχήστρα του σχολείου μας και ποια είναι η αγαπημένη σας μελωδία;
ΑΠ: Το κρητικό λαούτο το διδάσκονται αρκετοί μαθητές του σχολείου μας, κάποιοι με κρητική καταγωγή και κάποιοι όχι, και εκπροσωπείται και στην παραδοσιακή ορχήστρα μας, στις περισσότερες περιπτώσεις παίζοντας πανελλήνιο ρεπερτόριο στεριανό, νησιώτικο ή σμυρνέικο, ή Πόλη, Καππαδοκία και άλλα. Από τις αγαπημένες μου μελωδίες είναι « Το καραβάκι που ’ρχεται» (Προποντίδος) και «Τέσσερα μάτια δυο καρδιές» (Αρτάκη Μ. Ασίας) και από κρητικό ρεπερτόριο η «Κρουσταλλοβραχιονάτη μου» και τα «Συρτά του Ανδρέα Ραδινού».
Σας ευχαριστούμε, κύριε Ζωιδάκη, για τη συνέντευξη που μας παραχωρήσατε.
Βιβλιογραφία
Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού – Κορνάρος Βιτσέντζος – Kornaros. (n.d). Ερωτόκριτος – Ενότητα Α. http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=149&author_id=20
