Οι άνθρωποι που έλιωναν στο φως – Το τετράδιο που έκλαιγε

ΠΟΙΗΣΗ

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ από τη μαθήτρια ΕΛΕΑΝΑ ΜΕΝΥΧΤΑ

 

1. Οι άνθρωποι που έλιωναν στο φως

Στην πόλη όπου τα παιδιά μαθαίνουν πρώτα

να σωπαίνουν και μετά να μιλούν,

οι άνθρωποι περπατούσαν με πρόσωπα φωτεινά

και ψυχές σε λειτουργία εξοικονόμησης.

 

Κανείς δεν κοίταζε κανέναν στα μάτια.

Τα βλέμματα είχαν μετακομίσει

στις οθόνες,

εκεί που οι ζωές είναι φίλτρα

και η θλίψη χωρά σε stories δεκαπέντε δευτερολέπτων.

 

Σ’ ένα υπόγειο διαμέρισμα

ζούσε ένα κορίτσι

που μάζευε ραγισμένες φωνές.

Όχι από το διαδίκτυο —

από τους τοίχους.

Γιατί οι τοίχοι ξέρουν

ποιος κλαίει σιωπηλά.

 

Κάθε βράδυ άκουγε τις ιστορίες

εκείνων που δεν άντεξαν

να είναι “κανονικοί”:

ένα αγόρι που φοβόταν να πει ποιος είναι,

μια μάνα που χαμογελούσε για να μην καταρρεύσει,

ένας έφηβος που έμαθε να αυτοκατηγορείται

πριν τον κατηγορήσει ο κόσμος.

 

Οι φωνές τους δεν πέθαιναν —

γίνονταν σκιές

και κρύβονταν κάτω από τα φώτα της πόλης,

γιατί το πολύ φως

δεν αφήνει χώρο για αλήθεια.

 

Το κορίτσι τις ζωγράφιζε στον τοίχο του δωματίου της,

όχι για να τις φυλακίσει,

αλλά για να θυμάται

πως δεν ήταν φαντάσματα —

ήταν άνθρωποι που κανείς δεν άκουσε εγκαίρως.

 

Μια νύχτα, μια σκιά της είπε:

«Αν με είχαν κοιτάξει λίγο πιο πολύ,

δεν θα ήμουν εδώ.»

 

Και το κορίτσι κατάλαβε κάτι τρομακτικό:

πως στις μέρες μας

οι άνθρωποι δεν χάνονται από μίσος,

αλλά από αδιαφορία.

 

Έτσι άρχισε να αφήνει φώτα αναμμένα στα παράθυρα,

όχι για να διώξει το σκοτάδι,

αλλά για να δείξει

ότι κάποιος ακόμη περιμένει

να ακούσει μια αληθινή φωνή.

 

Γιατί σε έναν κόσμο

που σε μαθαίνει να προσποιείσαι πως είσαι καλά,

το να σε δει κάποιος στ’ αλήθεια

είναι η πιο επικίνδυνη

και η πιο σωτήρια πράξη.

 

 

2. Το τετράδιο που έκλαιγε

Στην πόλη που οι άνθρωποι

φοράνε χαμόγελα ψεύτικα,

τα παιδιά έμαθαν νωρίς

να ανοίγουν την πόρτα της σιωπής.

 

Εκεί δεν ρωτούσαν «πώς είσαι;»

μόνο «τι είσαι;»

κι αν δεν απαντούσες ταιριαστά

σε ακύρωναν στεγνά.

 

Ένα παιδί με δέρμα σκοτεινό

κουβαλούσε ήλιο στην καρδιά,

μα το φώναζαν “διαφορετικό”

και του έκοβαν τα φτερά.

 

Ένα παιδί απ’ τη θάλασσα ήρθε

με πατρίδα μια πληγή,

και κανείς δεν άκουσε ποτέ

πώς πονάει το «φύγε» στη ψυχή.

 

Στο προαύλιο ένα αγόρι

γινόταν στόχος σιωπηλά,

γιατί οι λέξεις των άλλων

ήξεραν να σκοτώνουν βαθιά.

 

Κι ένα παιδί με σπασμένα όνειρα

κι ένα βλέμμα θολό,

έψαχνε λίγη λησμονιά

σε ψεύτικο ουρανό.

 

Όλα τους κάπου συναντιόνταν

κάτω απ’ τη γέφυρα εκεί,

όπου κανείς δεν τα ρώταγε

αν χωράνε στη ζωή.

 

Εκεί γελούσαν λίγο ακόμα,

σαν να έκλεβαν χαρά,

γιατί όταν ο κόσμος σε πονάει,

η αγάπη είναι παράνομη πια.

 

Μα μια νύχτα η πόλη ξύπνησε

με φως σκληρό, βαρύ,

κι έκαιγε ό,τι δεν έμοιαζε

με το «σωστό» παιδί.

 

Οι άνθρωποι χειροκροτούσαν

την καθαρή τους εικόνα,

ενώ παιδιά και όνειρα

χωρίς συγγνώμη σβήναν.

 

Το πρωί κάτω απ’ τη γέφυρα

δεν υπήρχε καμιά φωνή,

μόνο ένα παλιό τετράδιο

με δάκρυα στη σελίδα του κλειστή.

 

Έγραφε:

«Δεν ζητήσαμε πολλά,

μόνο να μας δουν στ’ αλήθεια

πριν χαθούμε σιωπηλά».

 

Κι η πόλη προσπέρασε βιαστικά,

χωρίς να ρίξει ματιά —

γιατί τα παιδιά που πονάνε

δεν χωράνε στα “κανονικά”.

 

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης