
ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ από τη μαθήτρια ΚΑΛΑΜΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ
Οι ρατσιστικές συμπεριφορές και αντιλήψεις δεν αποτελούν φαινόμενα της σύγχρονης εποχής. Αντιθέτως, ακολουθούν διαχρονικά την κάθε νέα γενιά και πλαισιώνονται στην κοινωνία της, προκαλώντας δυσχέρειες σε τμήματά της. Ευτυχώς, τα κρούσματα βίας και οι συμπεριφορές απομόνωσης, που πηγάζουν από τέτοιες προκαταλήψεις, έχουν μειωθεί ανά τα χρόνια. Όμως, ακόμη έννοιες «αποδοχή» και «συμπερίληψη» δεν έχουν καθολικά εφαρμοστεί. Ως πρωταρχικός κοινωνικός φορέας, το σχολείο είναι ικανό και οφείλει να διαπαιδαγωγήσει κατάλληλα τους πολίτες του μέλλοντος.
Καταρχάς, για την ορθή επίλυση του εν λόγω κοινωνικού ζητήματος είναι αναγκαία η εύρεση της πηγής των ιδέων που τον προκαλούν. Βασικός λόγος που οι νέοι σήμερα συχνά δεν μπορούν να σεβαστούν κάποιον που δεν τους μοιάζει έγκειται στα στερεότυπα και στις προκαταλήψεις που άκριτα υιοθετούν, κυρίως από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Συχνό φαινόμενο, εξάλλου, αποτελεί η αποδοχή αντιλήψεων από τους νέους χωρίς να χρησιμοποιήσουν τη λογική ή την κριτική τους ικανότητα. Με αυτόν τον τρόπο, αντί να εξαλείφονται οι προκαταλήψεις, μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.
Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε δυσμενείς καταστάσεις, από τη φύση τους προσπαθούν να βρουν τον υπεύθυνο που τους οδήγησε σε αυτές. Κοινωνικά προβλήματα, όπως, η ανεργία, η φτώχεια και η εγκληματικότητα, φαινομενικά και σύμφωνα με άτομα προκατειλημμένα απέναντι στο διαφορετικό, οφείλονται τάχα στην ύπαρξη «ξένων» ανθρώπων. Αυτοί οι «ξένοι» μπορεί να είναι αλλοεθνείς, αλλόθρησκοι ή απλά από διαφορετική κοινωνική τάξη. Προς τους ανθρώπους, λοιπόν, που θεωρούν υπαίτιους για τη δυστυχία τους, νιώθουν θυμό, ανασφάλεια, έχθρα και ανταγωνισμό με αποτέλεσμα να συμπεριφέρονται ρατσιστικά.
Ενώ οι έννοιες της «αποδοχής» και της «συμπερίληψης» είναι γνωστές στη θεωρία, στην πράξη εμφανίζονται σπάνια. Τα σχολεία αποτελούν τον κυριότερο φορέα αντιλήψεων και τόπο διαμόρφωσης συνηθειών για τον κάθε άνθρωπο. Σύμφωνα με τον πασίγνωστο φιλόσοφο Αριστοτέλη, ο εθισμός του ανθρώπου σε καλές πράξεις από μικρή ηλικία είναι το πιο σημαντικό. Επομένως, πρέπει τα παιδιά μέσω του σχολείου να μάθουν να αποδέχονται το διαφορετικό, δηλαδή να μην το λαμβάνουν ως εχθρικό και ξένο και να μην το απομακρύνουν. Έπειτα να εφαρμόσουν τη συμπερίληψη και να κάνουν την αποδοχή πράξη μέσω της ενσωμάτωσης.
Εν συνεχεία, δεν είναι επαρκές να γνωρίζουν τα παιδιά το σωστό και το λάθος στη θεωρία, αλλά να το εφαρμόζουν στη ζωή τους. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να σχολεία να προωθούν την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης μέσω δράσεων, όπως, συζητήσεις με ειδικούς και σχετικές παρουσιάσεις. Ακολούθως, να προσφέρουν στα παιδιά ευκαιρίες για έμπρακτη έκφραση αλληλεγγύης και ευαισθησίας, λόγου χάρη, επισκέψεις σε προσφυγικά κέντρα. Εν τέλει τόσο οι καθηγητές όσο και το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα θα ήταν ωφέλιμο να προβάλλουν μία κουλτούρα συμπερίληψης και αποδοχής, μέσω των στάσεων τους απέναντι στο διαφορετικό.
Καταληκτικά, καθίσταται σαφές ότι είναι χρέος όλων μας ως πολίτες αυτού του κόσμου και ως πρεσβευτές της δημοκρατίας και της ισότητας να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τον διαφορετικό από μας άνθρωπο ως κάτι ξένο. Μπορεί να έχει άλλη θρησκεία και να μιλά ξένη γλώσσα, αλλά παραμένει άνθρωπος όπως όλοι μας. Προσωπικά, θεωρώ πως ο ευκολότερος και πιο αποτελεσματικός τρόπος να υιοθετήσουμε στάση αποδοχής και σεβασμού είναι διαμέσου της ενσυναίσθησης και της κριτικής μας ικανότητας.
ΚΑΛΑΜΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ
Κύρια εικόνα άρθρου:https://www.nationalgallery.gr/artwork/dialogos/
