O Μιχαήλ Άγγελος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1475 στο Καπνερέ στην Ιταλία. Ο πατέρας του εμπιστεύεται την ανατροφή του μικρού Μιχαήλ Αγγέλου σε μια παραμάνα, γυναίκα λιθογλύπτη στην Φλωρεντία. Σε εκείνο το περιβάλλον ο μικρός Μιχαήλ Άγγελος βάζει τα θεμέλια του για την αγάπη του στη γλυπτική. Ο πατέρας του αντιστέκεται στην αυθόρμητη κλίση του προς το σχέδιο (ενίοτε και δίνοντας του ξύλο).
Το 1487 ωστόσο, συμφωνεί να πάει μαθητευόμενος στο εργαστήριο του Ντομίνικα Κραταιό στη Φλωρεντία. Στο εργαστήριο του Γκιρλαντάγιο, ο νεαρός Μιχαήλ Άγγελος μαθαίνει την τεχνική της νωπογραφίας και εξασκείται στο σχέδιο. Όμως, η υφολογική του εξέλιξη είναι ανεξάρτητη από τον συμβατικό χαρακτήρα της ζωγραφικής του Κραταιό. Η γραμμικότητα του μικρού δεν είναι τόσο εκλεπτυσμένη, βάζει πολλές ανθρώπινες μορφές σε κάθε σκηνή κτλ. Ευέξαπτος όντας ο Κεολάντεο, διαφωνούσε συνεχώς και έντονα με τον δάσκαλο του. Άλλοι λένε ότι έφυγε σύντομα από τη σχολή, άλλοι μετά από 3 χρ. Το σίγουρο είναι πως αυτός ο δάσκαλος τον έκανε να μισήσει την ζωγραφική το ίδιο όσο τον δάσκαλο του και να θεωρήσει ανώτερη τη γλυπτική που αγαπούσε όσο αγαπούσε τον άνθρωπο που τον μεγάλωσε. Μαζί με το φίλο του ζωγράφο Francesco Granacci, ξεκινά να επισκέπτεται τον Κήπο των Μεδίκων (1490-92),. Εκεί υπήρχε μεγάλη συλλογή από αρχαία και πιο σύγχρονα γλυπτά. Εκεί θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον επιφανή άρχοντα της Φλωρεντίας, τον Λορέντσο των Μεδίκων που τον έβαλε στην αυλή του και έτρωγε στο τραπέζι του αλλά γνώρισε και όλη την πνευματική ελίτ της εποχής. Ποιητές και ουμανιστές του Αναγεννησιακού πολιτισμού. Το 1496 βρίσκεται στη Ρώμη και αναλαμβάνει το γλυπτό Πιετά. Το 1501 που επιστρέφει στην Φλωρεντία έπρεπε να ξαναβάλει τη δύναμη του για να καθιερωθεί ξανά από την αρχή. Εκεί, δέχθηκε να ασχοληθεί με ένα κομμάτι πολύ ακριβού μαρμάρου που προσπαθούσαν άλλοι καλλιτέχνες ανά καιρούς να δουλέψουν από το 1464 αλλά δεν τα κατάφερναν γιατί ήταν πολύ ρηχό. Χωρίς να κάνει λάθη, ο Μικελάντζελο δημιουργεί τον «Δαυίδ». Και όταν το ξεκίνησε ήταν μόλις 26 χρ. To 1505 o Πάπας Ιούλιος Β’ ανέθεσε στον Μιχαήλ Άγγελο να ζωγραφίσει την Καπέλα Σιξτίνα με την τεχνική της νωπογραφίας ολόκληρη την οροφή στο παρεκκλήσι, το οποίο τότε ήταν διακοσμημένο με τον έναστρο ουρανό. Ο καλλιτέχνης, 30 ετών τότε, προτιμούσε τη γλυπτική από τη ζωγραφική και του πρότεινε να το αναθέσει στον Ραφαήλ, που ειδικευόταν στις νωπογραφίες. Ο Πάπας όμως επέμεινε να το αναλάβει εκείνος και έπειτα από πιέσεις αποδέχτηκε την πρόταση. Μετά το έργο του στην Καπέλα Σιξτίνα ο Μιχαήλ Άγγελος απέκτησε τη φήμη του μεγάλου καλλιτέχνη.


