Σχολείο 2035: Όνειρο ή Εφιάλτης;

Maine Calling Social Media templates - 61

Ο Στέφανος ξύπνησε από τον ήχο του ξυπνητηριού. Ήταν 7:30 το πρωί και το
εικονικό σχολείο είχε ήδη ανοίξει. Φόρεσε τα έξυπνα γυαλιά του και συνδέθηκε στην
πλατφόρμα. Η τάξη του ήταν μια ψηφιακή αίθουσα, όπου οι μαθητές εμφανίζονταν
ως ολογράμματα και οι καθηγητές ήταν είτε αληθινοί άνθρωποι είτε προγράμματα
τεχνητής νοημοσύνης.
«Καλημέρα, μαθητές!» είπε ο κ. ΑΝΘΟΣ, ο καθηγητής-ρομπότ που δίδασκε Ιστορία.
«Σήμερα θα επισκεφτούμε την Αρχαία Αθήνα μέσω χρονικής προσομοίωσης!»
Ξαφνικά, το δωμάτιο γύρω του μεταμορφώθηκε. Ο Στέφανος και οι συμμαθητές του
βρέθηκαν στην Αγορά της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ., όπου πολίτες συζητούσαν για
τη Δημοκρατία. Μπορούσαν να κάνουν ερωτήσεις στους ιστορικούς χαρακτήρες, να
περιηγηθούν ελεύθερα και να ζήσουν την Ιστορία σαν να ήταν εκεί.
Ήταν αυτό το τέλειο σχολείο;
Μετά το μάθημα, ο Στέφανος ένιωσε κουρασμένος. Όλα γίνονταν μέσω τεχνολογίας:
οι εξετάσεις ήταν μέσω τεχνητής νοημοσύνης, οι καθηγητές έδιναν αυτόματη
ανατροφοδότηση, και δεν υπήρχαν βιβλία ή τετράδια.
Το διάλειμμα γινόταν σε έναν εικονικό κήπο, όπου οι μαθητές μπορούσαν να
συζητήσουν μέσω avatars. Όμως δεν υπήρχε πραγματική επαφή, αληθινό παιχνίδι,
ζωντανές φωνές στην αυλή.
Το απόγευμα, ένα μήνυμα έφτασε στο κινητό του:
«Το επίπεδο συγκέντρωσής σου έπεσε κάτω από το 80%. Θα πρέπει να συμμετάσχεις
σε μάθημα βελτίωσης παραγωγικότητας.»
Ο Στέφανος έκλεισε τα μάτια. Το σχολείο του μέλλοντος ήταν συναρπαστικό, αλλά
και πιεστικό. Δεν υπήρχαν αυθόρμητες στιγμές, μόνο προγραμματισμένα μαθήματα
και αναλύσεις δεδομένων.
«Άραγε, είναι αυτό εξέλιξη ή φυλακή;» αναρωτήθηκε.
Η οθόνη αναβόσβησε:
«Επόμενο μάθημα: Κριτική Σκέψη. Συνεχίζουμε;»
Ο Στέφανος δίστασε. Είχε άραγε επιλογή;
Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιό του ήταν γεμάτο οθόνες και έξυπνες συσκευές που
τον παρακολουθούσαν. Ακόμα και οι τοίχοι μπορούσαν να αλλάξουν εικόνες,
ανάλογα με τη διάθεσή του, αλλά τίποτα δεν έμοιαζε αληθινό.
«Συνεχίζουμε;» επανέλαβε ψυχρά η τεχνητή φωνή του συστήματος.

Ο Στέφανος πήρε μια βαθιά ανάσα και, αντί να επιβεβαιώσει το μάθημα, έβγαλε τα
έξυπνα γυαλιά και σηκώθηκε από το γραφείο. Για πρώτη φορά μετά από καιρό,
ένιωσε πραγματικά ελεύθερος.
Άνοιξε το παράθυρο. Ο αέρας μπήκε στο δωμάτιο, δροσερός και αληθινός. Στον
δρόμο, παιδιά έτρεχαν, γελούσαν, έπαιζαν χωρίς οθόνες, χωρίς ειδοποιήσεις, χωρίς
ψηφιακούς βαθμούς να τους αξιολογούν κάθε δευτερόλεπτο.
«Κι αν υπάρχει άλλος τρόπος;» αναρωτήθηκε.
Βγήκε από το δωμάτιο και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Έπρεπε να βρει τους
φίλους του. Να μιλήσουν. Να φανταστούν ένα διαφορετικό σχολείο, όπου η
τεχνολογία θα βοηθούσε αντί να ελέγχει.
Και ίσως, αν ήθελαν πραγματικά να αλλάξουν το μέλλον, έπρεπε να ξεκινήσουν από
το παρόν.
Τέλος. ( Ή μήπως… αρχή; )

Ευφημία Μπάκα

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης