Γνώμες και απόψεις για την ταινία «Καποδίστριας»

download

Τα τελευταία χρόνια εμείς οι Έλληνες είμαστε συνηθισμένοι στις αμερικάνικες και αγγλικές ταινίες του σινεμά, με αποτέλεσμα οι νεότερες γενιές να ξεχνάνε τον πολιτισμό, την παιδεία, ακόμη και την ιστορία του τόπου μας. Γι αυτό μετά την κυκλοφορία της αποκλειστικά ελληνικής ταινίας για τον πολιτικό Καποδίστρια αποφασίσαμε να σας κάνουμε μια μικρή περίληψη, αλλά και να μοιραστούμε γνώμες και απόψεις σχετικά με την παραπάνω ταινία. Η ταινία ουσιαστικά είναι η βιογραφία του Καποδίστρια, από την στιγμή που ο ίδιος διορίζεται ως ο σύμβουλος – το «δεξί χέρι» του Αλέξανδρου, του  Τσάρου της πολύβουης και δυνατής για την εποχή Ρωσίας. Ο ίδιος, δουλεύοντας για τα πολιτικά συμφέροντα της Ρωσίας, στέκεται εμπόδιο στα ύπουλα και βλαβερά πολιτικοοικονομικά για τους συμμάχους των σοβιετικών  σχέδια των Αυστριακών, που έχουν ως στόχο την εξόντωση του ίδιου του Καποδίστρια.

Μετά τον θάνατο του Τσάρου η αυστριακή κυβέρνηση λαμβάνει τα μέτρα της και κανονίζει τον αρραβώνα της Ρωξάνδρας Στούρτζα, της μέλλουσας συζύγου τού Καποδίστρια με έναν ντόπιο αξιωματικό. Ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά την ανακοίνωση  των αρραβώνων, γυρίζει στην Ελλάδα έχοντας στο πλευρό του πάντα έναν πολύ καλό φίλο και συνεργάτη, τον πάτερα Νικόλαο. Στο Ναύπλιο ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει τα χρέη του πρωθυπουργού, εκεί καταφέρνει να αντιμετωπίσει όλα τα χρόνια προβλήματα του τόπου μας. Παρόλα αυτά πολλοί Έλληνες κοτζαμπάσηδες που εμποδίζονταν οικονομικά από τις ενέργειές του, αποφάσισαν μετά από συσκέψεις να σκοτώσουν τον Καποδίστρια, πράγμα που πέτυχαν στην τελευταία και ίσως την πιο συγκινητική σκηνή της ταινίας.

Τώρα έχοντας πάρει μια μικρή γεύση από την ταινία ήρθε η ώρα να ακούσετε τις δύο προσωπικές μας απόψεις σχετικά με αυτό το κινηματογραφικό έργο .

Αρχικά η ταινία παρουσιάζει με απλό και κατανοητό σενάριο την αυτοβιογραφία και το έργο του Καποδίστρια, ώστε να είναι σαφές στο ευρύ κοινό όλων των ηλικιών. Ένα ακόμη θετικό είναι πως πρόκειται για ένα ισορροπημένο έργο άρτια δομημένο, το οποίο δεν ξεφεύγει από το θέμα του και είναι ιστορικά ακριβές. Επιπλέον το πιο σημαντικό θετικό κατά την γνώμη μου είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών, από τον πρωταγωνιστή μέχρι και τον πιο κρυφό βοηθητικό ηθοποιό, οι οποίες δίνουν στο έργο αμεσότητα και ζωντάνια.

Παρόλα αυτά, επειδή όλα τα νομίσματα έχουν δύο όψεις, δεν γίνεται να μην βρούμε έστω και ένα αρνητικό σε μία τόσο μεγάλη παραγωγή. Για μένα το «λάθος» που υπάρχει στην ταινία είναι η «αχρείαστη» παρουσία κάποιων ηθοποιών – γνωστών του Καποδίστρια, οι οποίοι εμφανίζονται και φεύγουν από το πουθενά χωρίς κάποιον ουσιαστικό ρόλο. Βέβαια δεν μπορούμε να κατακρίνουμε μία ταινία από ένα τόσο μικρό λάθος το οποίο δεν αλλοιώνει το νόημα της ταινίας.

                                                            Συντάκτης:  Ειρήνη Σαρρή

Λίγες μέρες μετά την αλλαγή του χρόνου παρακολούθησα και εγώ την ταινία «Καποδίστριας» σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σμαραγδή. Η ταινία πραγματεύεται τον βίο και την ιστορική διαδρομή του σπουδαίου, μολονότι αμφιλεγόμενου για ορισμένους μελετητές, Έλληνα πολιτικού Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος πρωθυπουργός του νεοσύστατου ελληνικού Κράτους. Η αλήθεια είναι ότι το ιστορικό εκτόπισμα της προσωπικότητας του Έλληνα πολιτικού ήταν αρκετό για να με ενθουσιάσει και να με συγκινήσει. Η παράθεση των γεγονότων ήταν γενικά πιστή στις ιστορικές καταγραφές, παρά την αναμφίβολα θετική, σχεδόν λατρευτική ματιά του σκηνοθέτη.

Όμως, πέρα από την σπουδαιότητα που εξέπεμπε η ίδια η προσωπικότητα του Ι. Καποδίστρια, υπήρξαν κατά τη γνώμη μου πολλές οι στιγμές της υπερβολής και του στόμφου. Αυτή η υπερβολή θεωρώ πως δεν ήταν αναγκαία σε όλες τις σκηνές και δεν εξυπηρετούσε κάποιον δραματουργικό σκοπό. Με την ίδια υπερβολή και στόμφο ήταν δασκαλεμένοι και οι ηθοποιοί, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν σε αυτές τις οδηγίες, έχαναν την φυσικότητά τους. Έτσι, ο Ιρλανδός ηθοποιός Φίνμπαρ Λίντς που ενσάρκωνε τον Μέττερνιχ, έμοιαζε περισσότερο να μιμείται κάποια καρικατούρα κακού παρά έναν ραδιούργο διπλωμάτη. Στο ίδιο πομπώδες ύφος φαίνονταν διδαγμένοι οι περισσότεροι ηθοποιοί, εκτός από τον Τάσο Χαλκιά που υποδυόταν τον Νικόλαο Σπηλιάδη, τον Παύλο Κοντογιαννίδη που υποδυόταν τον Κουντουριώτη και το Μιχάλη Ιατρόπουλο που ενσάρκωνε τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι τρεις ηθοποιοί ήταν οι πιο φυσικοί και πειστικοί στους ρόλους τους, διότι κατόρθωσαν να αποδώσουν με αμεσότητα το ύφος των χαρακτήρων. Κατά τα λοιπά, οι σκηνές των ατελείωτων βλεμμάτων, των ξέπνοων λέξεων μετά από το δίλεπτο βλέμμα και των αψυχολόγητων εντάσεων στη φωνή για να αποδειχθεί το δράμα, δεν βοηθούσαν στο «χτίσιμο» της ιστορίας, αλλά περισσότερο προκαλούσαν την πλήξη στο θεατή.

Το γεγονός ότι ήταν παραγωγή χαμηλού κόστους δεν δικαιολογεί αυτά τα προβλήματα, γιατί συχνά φθηνές παραγωγές αναδεικνύουν εκπληκτικές ερμηνείες. Αν θα ξανάβλεπα την ταινία; Μάλλον όχι. Όμως θα ξαναδιάβαζα τα ιστορικά γεγονότα της εποχής, για να θυμάμαι τα ελαττώματα της φυλής μου.

                                                        Συντάκτης: Πουλάκου Κωνστανίνα

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης