Λίγα πράγματα που δεν ξέρουμε για τον Αθ. Διάκο

Από τον Αντ. Μαλτέζη

Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν ηρωικός αγωνιστής και μάρτυρας κι ένας από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1821.

Γεννήθηκε γύρω στο 1788. Ο τόπος γέννησης του Αθανάσιου Διάκου, αποτελεί σημείο τριβής και διεκδικείται από δύο χωριά, την Άνω Μουσουνίτσα και την Αρτοτίνα. Και τα δυο, χωριά της Φωκίδος. Το βέβαιο είναι ότι ο Διάκος έλκει την καταγωγή του και στα δυο χωριά. Ο πατέρας του ήταν από την Μουσουνίτσα και η μητέρα του από την Αρτοτίνα. Σημείο τριβής, αποτελεί και το πραγματικό επώνυμο του Διάκου. Αναφέρονται τα Μασαβέτας και Γραμματικός.

Εικόνα7Σκίτσο του μαθητή Α. Μαλτέζη

Οι Τούρκοι συνέλαβαν τον πατέρα του Διάκου να εφοδιάζει τους ξεσηκωμένους Κλέφτες με τρόφιμα. Έτσι οδήγησαν τόσο αυτόν όσο κι έναν εκ των αδερφών του Διάκου, τον Απόστολο, στο Παντρατζίκι Φθιώτιδος, την σημερινή Υπάτη, όπου τους κρέμασαν.

Κατατρομαγμένη η μάνα του Διάκου, πήγε το 12χρονο παιδί της και το εμπιστεύτηκε στους καλόγερους του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου κοντά στην Αρτοτίνα. Εκεί ο Διάκος διδάσκεται από κάποιον μοναχό την Οκτώηχο και το Ψαλτήριο. Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαεπτά ετών και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του χειροτονήθηκε διάκονος, με το ιερατικό όνομα «Άνθιμος» και κράτησε από τότε για επίθετό του τον ιερατικό του βαθμό (Διάκος).

Ήταν διάκονος ακόμα, όταν κατά τη διάρκεια ενός γάμου στην Αρτοτίνα πυροβόλησε στον αέρα μαζί με άλλους χωρικούς που διασκέδαζαν. Από τους πυροβολισμούς εκείνους σκοτώθηκε ο γιος της Κουτσογιάννενας, από ισχυρή οικογένεια της Κωσταρίτσας, χωριού της Δωρίδας. Για το φόνο εκείνο θεωρήθηκε ένοχος ο Διάκος και καταδιώχτηκε.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Διάκος σ’ αυτόν τον γάμο αναγκάστηκε αμυνόμενος να σκοτώσει έναν Τούρκο, όταν αυτός ένιωσε προσβεβλημένος που ηττήθηκε απ’ τον Διάκο σε επιτόπιο διαγωνισμό σκοποβολής.

Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει Κλέφτης, καταφεύγοντας στο «λημέρι» του ξακουστού στη Δωρίδα Κλέφτη Τσαμ Καλόγερου, ανάμεσα στα Βαρδούσια και την Γκιώνα. Στην μάχη της Ζελίστας, ο Διάκος σκότωσε με ένα κλαδί έναν Τούρκο και του πήρε τον οπλισμό του, κατακτώντας έτσι και τον τίτλο του Κλέφτη.

Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Όταν ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς ο Διάκος τον ακολούθησε.

Τον Οκτώβριο του 1820 μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος και μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία πιθανότατα από τον Αθανάσιο Ζαρίφη.

O Διάκος είχε συγκροτήσει πειθαρχημένο στρατιωτικό σώμα και, «ως αρχηγός των αρμάτων της Λιβαδειάς» είχε δική του σφραγίδα με τον δικέφαλο αετό και γράμματα Ο.Θ.Ν.Κ. (= ο Θεός νικά).

Ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος και φίλος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λιβαδειά με σκοπό την κατάληψή της.

Στις 1 Απριλίου του 1821, μετά από τρεις ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, το κάψιμο του σπιτιού του Μιρ Αγά (συμπεριλαμβανομένου του χαρεμιού) και την κατάληψη του κάστρου, η πόλη έπεσε στους Έλληνες. Η Λιβαδειά, ελεύθερη πλέον, σήκωσε την ελληνική σημαία στις 4 Απριλίου.

 Μάχη της Αλαμάνας

Ο Χουρσίτ πασάς, εντεταλμένος από τον Σουλτάνο, έστειλε δύο από τους ικανότερους διοικητές του απ” τη Θεσσαλία, τον Ομέρ Βρυώνη που ήταν ικανότατος στρατηγός και γνώριζε πολύ καλά τα εδάφη και τους Έλληνες οπλαρχηγούς, και τον Κιοσέ-Μεχμέτ πασά, επικεφαλής 8.000 πεζών και 1.000 ιππέων Τούρκων για να καταστείλουν την επανάσταση στη Ρούμελη και μετά να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο και να σταματήσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ο Διάκος και το απόσπασμά του, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στις Θερμοπύλες στη γέφυρα της Αλαμάνας, στον ποταμό Σπερχειό.

Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους Η κύρια τούρκικη δύναμη επιτέθηκε στο Διάκο. Όμως έχοντας η πλειοψηφία των Ελλήνων υποχωρήσει, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν την επιθετική τους ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας. Βλέποντας ότι ήταν θέμα χρόνου προτού κατακλυστούν απ” τον εχθρό, ο Μπούσγος, που πολεμούσε παράλληλα με τον Διάκο, του πρότεινε να υποχωρήσουν. Ο Διάκος επέλεξε να μείνει και να παλέψει μαζί με όσους συμπολεμιστές του θέλουν να μείνουν σε μία απελπισμένη μάχη σώμα με σώμα, λίγες ώρες πριν συντριβούν. «Ο Διάκος δεν φεύγει, ούτε εγκαταλείπει τους συντρόφους του» ήταν η απάντηση και έμεινε με 48 παλικάρια

Κάποια στιγμή σκοτώθηκε ο αδελφός του Διάκου Μήτρος. Ο Διάκος αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τη σορό του αδελφού του ως πρόχωμα και κατόρθωσε να καταφύγει στα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας . Εκεί υπήρχαν βράχοι, κατάλληλοι για ταμπούρια.

Είχαν απομείνει όμως μόνο 10 άνδρες έναντι μερικών χιλιάδων. Ο αγώνας ήταν κάτι παραπάνω από άνισος. Ο Διάκος αγωνιζόταν λυσσαλέα. Όμως μια βολίδα κάποια στιγμή τον τραυμάτισε στον δεξί ώμο. Δεν μπορούσε έτσι να χρησιμοποιήσει την πιστόλα του και το σπαθί που κρατούσε στο αριστερό χέρι είχε σπάσει. Αιμόφυρτος έπεσε στα χέρια των Τσάμηδων του Τελεχά Φέζου. Ακόμα και τραυματισμένος ενέπνεε φόβο. Γι’ αυτό τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον ανέβασαν σ’ ένα μουλάρι για να τον οδηγήσουν στους πασάδες.

Στο μεταξύ, οι Καλύβας, Μπακογιάννης και οι άλλοι δύο συμπολεμιστές τους, μην ακούγοντας πλέον πυροβολισμούς, βγήκαν απ’ το χάνι για να δουν τι συμβαίνει. Ο Διάκος τους αντιλήφθηκε και τους φώναξε: « Καλύβα, Μπακογιάννη, δέκα χιλιάδες με κρατούν».
Οι 4 ηρωικοί άντρες έβγαλαν τα σπαθιά τους και όρμησαν στους εχθρούς. Μετά από σύντομη μάχη έπεσαν όλοι νεκροί. Ο μόνος που γλίτωσε ήταν ο Βασίλης Μπούσγος, ο οποίος συνέχισε να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον Αγώνα ως το τέλος.

Ο Διάκος μεταφέρθηκε στο τουρκικό στρατόπεδο στη Λαμία και οδηγήθηκε στη σκηνή του Ομέρ Βρυώνη. Παλιός του γνώριμος εκείνος, τον ρώτησε πώς άφησε να τον πιάσουν αιχμάλωτο.
«Αν ήξερα ότι δεν θα σκοτωνόμουν, θα κρατούσα ένα φυσέκι για τον εαυτό μου», απάντησε.
Οι δυο πασάδες θαύμασαν τη γενναιότητά του. Μάλιστα ο Κιοσέ Μεχμέτ του πρότεινε να ενταχθεί στις δυνάμεις του και να τον βοηθήσει στην κατάπνιξη της Επανάστασης.
«Ούτε σε δουλεύω (ενν. δουλεύω για σένα) ούτε σε ωφελώ αν δουλέψω για σένα». Ο Μεχμέτ τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, έλαβε όμως εκ νέου μια γενναία απάντηση: «Η Ελλάς έχει πολλούς Διάκους». Παρ’ όλα αυτά, ο Αθανάσιος Διάκος θα γλίτωνε, καθώς ειδικά ο Ομέρ Βρυώνης τον εκτιμούσε πολύ.

Όμως ένας σημαίνων Τούρκος του Ζητουνίου (Λαμίας) ,ο Χαλήλ μπέης, που ήταν παρών στις στιχομυθίες, έπεσε στα πόδια του, εκλιπαρώντας τον να σκοτώσει τον επαναστάτη που ευθυνόταν για τον θάνατο πολλών Τούρκων στην περιοχή. Πρότεινε μάλιστα να εκτελεστεί με παραδειγματικό τρόπο. Αποφασίστηκε τότε, να εκτελεστεί με ανασκολοπισμό.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, οδηγήθηκε σε μια μάντρα, εκεί που σήμερα βρίσκεται το μνημείο του. Με την είσοδο του στο Ζητούνι, δέχτηκε ύβρεις και χλεύη από τους ντόπιους Τούρκους. Του έδωσαν μάλιστα έναν πάσσαλο που προοριζόταν για το μαρτύριό του για να τον μεταφέρει ο ίδιος. Όταν κατάλαβε τον προορισμό του ξύλου, το πέταξε και φώναξε προς τους φρουρούς του: «Δεν βρίσκεται από σας εδώ κανένα παλικάρι να με σκοτώσει με πιστόλι να με γλιτώσει από τους χαλντούπηδες;» Δεν βρέθηκε κανείς και η θανατική ποινή εκτελέστηκε.

Ο Διάκος, σύμφωνα με τοπική παράδοση, ρίχτηκε σε κοντινό χαντάκι. Ήταν ακόμα ζωντανός! Δεν μπορούσε όμως να φύγει καθώς δεν μπορούσε ούτε να συρθεί. Λέγεται ότι έζησε μια-δυο μέρες βογκώντας από τους πόνους και πως τη «χαριστική βολή» του την έδωσε ένας αθίγγανος.

Άλλη παράδοση αναφέρει ότι πέθανε από τη δίψα και την αιμορραγία. Οι Χριστιανοί της πόλης βρήκαν το σώμα του και το έθαψαν. Ο χώρος της ταφής ξεχάστηκε και ανακαλύφθηκε από τον αντισυνταγματάρχη Ρούβαλη το 1881.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης