Στο πρώτο φως, που η αυγή το πέλαγο μερώνει,
ξύπνα η γη κι η θάλασσα το σώμα της απλώνει.
Το καλοκαίρι έφτασε με βλέμμα φωτισμένο,
σε μονοπάτια άνυδρα στον ήλιο διψασμένο.
Το λευκό των σπιτιών γελά στο γαλάζιο του Αιγαίου,
σημάδι αιώνιο, λαμπρό, ενός κόσμου ωραίου.
Μυρίζει αλμύρα το κορμί και θυμάρι το βουνό,
καθώς το βλέμμα χάνεται στον απέραντο ουρανό.
Τα κύματα ψιθυριστά διηγούνται ιστορίες,
για καράβια που ταξίδεψαν σε άγνωστες πορείες.
Στην αμμουδιά τα βήματα σβήνουν με την παλίρροια,
της φύσης τα μυστήρια, τα αιώνια μαρτύρια.
Μια χούφτα άμμος χρυσάφια που στάζει από το χέρι ,
είναι ο χρόνος που κυλά σ´ αυτό το καλοκαίρι.
Το μεσημέρι καίει βουβό, η πλάση ησυχάζει,
μονάχα φλοίσβος μακρινός το όνειρο ταράζει.
Κι όταν το δειλινό φανεί με χρώματα πορφύρας,
ανοίγουν οι κλειστές καρδιές, οι πύλες της αλήθειας.
Το φεγγάρι ανηφορίζει αργά, ασημί το νερό,
ένα τραγούδι νοσταλγικό, παλιό και τρυφερό.
Τα άστρα γίνονται ευχές που πέφτουν στο κενό,
φιλί γλυκό αποχαιρετισμού, του Ιουλίου το βράδυ.
Κι αν χειμώνες θάρθουνε με σύννεφα και κρύο,
κρατάμε αυτό το θέρος μας, το ζωντανό βιβλίο.
Γιατί η Ελλάδα είναι φως, που μέσα μας δεν σβήνει,
μια υπόσχεση παντοτινή, μια θάλασσα γαλήνη.
Παρασκευή Τόσκα
Β” Γυμνασίου
