Αν θα μπορούσα να άλλαζα τον κόσμο θα…

Η μέρα ήταν τόσο όμορφη σήμερα που αποφάσισα να κάνω έναν περίπατο μέχρι την κοντινότερη πλατεία . Ο ήλιος έφεγγε πίσω από τα γκρίζα σύννεφα της Αθήνας ενώ ακόμα και τα απέναντι σπίτια φαινόντουσαν πρόθυμα να σου πουν μια καλή κουβέντα .

<<Η ώρα είναι … Έξι και είκοσι >> μονολόγησα χαρούμενη , αφού κατάλαβα πως είχα στη διάθεσή μου πολύ χρόνο, ώστε να απολαύσω την μέρα μου όπως είχα επιλέξει .

Κατεβαίνοντας από τα σκαλιά της πολυκατοικίας μου συνάντησα τη διαχειρίστρια και την καλημέρισα . Εκείνη ανταπέδωσε με την ίδια ευγένεια και συνέχισε . Τη στιγμή όμως που πήγαινα να βγω άκουσα κάποια άλλη γυναίκα να της απευθύνει τον λόγο χαιρετώντας τη και εκείνη με παρόμοια εγκαρδιότητα .

Αμέσως κατάλαβα από τη φωνή της , πως ήταν η κυρία Μάρθα από τον πέμπτο όροφο η οποία είχε εγκατασταθεί πρόσφατα στην Ελλάδα. Η ίδια και ο άντρας της είχαν αφρικανική καταγωγή αλλά έφυγαν από τη χώρα τους, για να βρουν ενδεχομένως καλύτερες συνθήκες διαβίωσης κάπου αλλού .

Αντί όμως να της απαντήσει η διαχειρίστρια την προσπέρασε με ένα ύφος θυμού και ταυτόχρονα περιφρόνησης, χωρίς καν να της πει ούτε ένα<< γεια >> . Τότε

απορημένη, η κυρία Μάρθα με ρώτησε

-                    Τι έπαθε η κυρία Γεωργία ; Μήπως μάλωσε με κάποιον πάλι ;

-               Εεεε. Νομίζω πως έτσι είναι, αφού πριν λίγο την άκουσα να φωνάζει στο τηλέφωνο …

Η κυρία τότε πιστεύοντας αυτά που της είπα συνέχισε να ανεβαίνει σιγά – σιγά τις σκάλες. Τη λυπήθηκα λίγο επειδή εγώ ήξερα τι ίσχυε στην πραγματικότητα . Η κυρία Γεωργία ποτέ δεν έτυχε να σχηματίσει καλή γνώμη για κάποιον που είχε διαφορετικό χρώμα δέρματος , επειδή θεωρούσε αυτούς τους ανθρώπους

 

κλέφτες, απατεώνες ενώ παράλληλα είχε την πεποίθηση πως όλοι αυτοί δεν είχαν τη δυνατότητα να διεκδικούν τα ίδια δικαιώματα με ανθρώπους σαν και εκείνη …

Βγαίνοντας έξω πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα το περπάτημα . Ανά τακτά διαστήματα συναντούσα κι άλλους που άρχιζαν τη μέρα τους με έναν περίπατο που σίγουρα θα τους ανανέωνε . Ελάχιστα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν τέτοια ώρα στους δρόμους ή τουλάχιστον λιγότερα από άλλες ώρες . Πολλά σπίτια μάλιστα

έβγαζαν όμορφες μυρωδιές από το εσωτερικό τους , διότι οι νοικοκυρές ετοίμαζαν πρωινό για τις οικογένειές τους . Επίσης , καθώς περνούσα από ένα σπίτι με πολλές γλάστρες στο μπαλκονάκι του , αισθάνθηκα τη μυρωδιά του καφέ να με

τυλίγει ολόκληρη …

 

Λίγη ώρα μετά, αποφάσισα να αλλάξω κατεύθυνση με σκοπό να φτάσω τελικά στην παιδική χαρά . Μπήκα λοιπόν σε έναν άλλο πιο στενό δρόμο ο οποίος θα με οδηγούσε εκεί που ήθελα . Τότε όμως, αντίκρισα ένα πολύ δυσάρεστο θέαμα .

Τρεις ηλικιωμένοι και ένας νεότερος άνδρας κάθονταν πάνω στο πεζοδρόμιο και προσπαθούσαν να προφυλαχτούν από τον κρύο αέρα που ειδικά στο

συγκεκριμένο μέρος φυσούσε αρκετά δυνατά . Δεν φορούσαν τίποτα άλλο πέρα από κοντομάνικες , βρόμικες μπλούζες και κάτι σχισμένα παντελόνια. Το χειρότερο πάντως ήταν πως ο νεότερος είχε μόνο ένα πόδι γιατί το άλλο του θα του είχε κοπεί μάλλον από κάποιο δυστύχημα . Στη σκέψη αυτή ανατρίχιασα και προχώρησα βιαστικά χωρίς να ξανακοιτάξω προς το μέρος τους .

Παρόμοιες καταστάσεις είδα και άλλες φορές κατά τη διάρκεια του περιπάτου μου ακόμα και με παιδάκια που ανοιγόκλειναν συνέχεια τα μικρά τους ματάκια λες και πίστευαν πως ζούσαν σε έναν εφιάλτη και θα βρισκόντουσαν ξαφνικά μαζί με τους χαμένους τους γονείς μέσα σε κάποιο ζεστό σπίτι γεμάτο θαλπωρή . Ενώ άλλα που ήταν συμφιλιωμένα με τη ζωή τους χαμογελούσαν συνέχεια στους περαστικούς και κάπου , κάπου τους ζητούσαν ελεημοσύνη …

Φτάνοντας στην παιδική χαρά μετά από πολύ ώρα περπατήματος κάθισα σε ένα ξύλινο παγκάκι που βρισκόταν κάτω από ένα μεγάλο πεύκο και άρχισα να

παρατηρώ τα πάντα γύρω μου . Όλος ο κόσμος τώρα είχε βγει έξω στους δρόμους κα είχε ξεκινήσει με μεγάλο θόρυβο τη μέρα του όπως πάντα . Οι υπάλληλοι διαφόρων γραφείων ή γενικά οι εργαζόμενοι που δούλευαν σε πολύ ξεκούραστες συνθήκες , κυκλοφορούσαν με μεγάλα σύγχρονα αμάξια που φανέρωναν την ευνοϊκή οικονομική κατάστασή τους. Αντίθετα όμως , οι άνθρωποι που δούλευαν κάθε μέρα άλλοτε με πολύ δυσκολία και άλλες φορές διακινδυνεύοντας την ίδια τους τη ζωή έπαιρναν απλά το πρώτο ταξί ή λεωφορείο που έβρισκαν και με αυτό πήγαιναν στο κέντρο εργασίας τους . Τότε άρχισα να συλλογίζομαι τα εξής :

 

<< Έτσι είναι δηλαδή ο κόσμος ; Άδικος ; Πολλές φορές έχω ξαναπεράσει από αυτό το μέρος κι άλλες τόσες έχω ξαναδεί παρόμοια πράγματα αλλά για κάποιον λόγο μου έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση. Μήπως είμαι και εγώ σαν αυτούς που δεν προσέχουν τη δυστυχία των συνανθρώπων τους παρά μόνο ό,τι τους ευχαριστεί ; Γιατί άραγε δεν έχουμε αγάπη μέσα μας και ενδιαφέρον για τις δυσκολίες του κόσμου;

Ξαφνικά , ένιωσα ένα μικρό χεράκι να μου τραβάει το φόρεμα και γύρισα απότομα προς το μέρος του . Είδα ένα μικρό κοριτσάκι περίπου στην ηλικία των τριών τεσσάρων που με κοιτούσε με πολύ αγάπη αλλά και με την ελπίδα να του δώσω σημασία .

-                    Τι έγινε αγάπη μου ; Το ρώτησα με όσο περισσότερη στοργή μπορούσα .

-                    Μήπως είδες τη μα… μα… τη μαμά μου ;

-                    Ποια είναι η μαμά σου ; Πως τη λένε ;

Τότε με κοίταξε με βλέμμα απορημένο και μου απάντησε

-                    Μαμά τη λένε δεν έχει άλλο όνομα

<< ΤΙ αθώο μυαλουδάκι που έχει, σκέφτηκα αλλά εκείνη την ώρα μου γεννήθηκε ένας περίεργος φόβος για το κοριτσάκι . Αφού , τη ρώτησα ποιο ήταν το όνομά της σηκώθηκα και προσπάθησα να βρω τη μητέρα του . Τελικά , αποδείχθηκε πως βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά με σκοπό να μιλήσει σε κάποιον γνωστό της και μάλλον με τη συζήτηση ξεχάστηκε και δεν πρόσεξε τη μικρή της που έφευγε . Με ευχαρίστησε με μεγάλη ευγνωμοσύνη και στη συνέχεια χωριστήκαμε . Εγώ πήρα τον δρόμο του γυρισμού , γεμάτη χαρά που είχα βοηθήσει κάποιον που είχε μεγάλη ανάγκη .

 

 

Κάποια στιγμή πέρασα από μια εκκλησία και έκανα τον σταυρό μου . Αποφάσισα τότε να μπω μέσα και να ανάψω ένα κεράκι. Σε όλο τον ναό είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου που στην αρχή δεν κατάλαβα τι έκανε . Όταν πλησίασα κοντά στα ψαλτήρια συνειδητοποίησα πως όλο αυτό το πλήθος ήταν μαζεμένο για να

προσφέρει χρήματα ή ο,τιδήποτε άλλο σε φιλανθρωπικές οργανώσεις που οργάνωνε, από ότι κατάλαβα, η μητρόπολη Αθηνών. Αστραπιαία μου ήρθε η σκέψη να προσφέρω και εγώ κάτι .Πήγα να βγάλω το πορτοφόλι μου αλλά είδα πως το είχα αφήσει στο σπίτι μου . Ευτυχώς όμως είχα μαζί μου είκοσι ευρώ οπότε τα άφησα χωρίς δεύτερη σκέψη στο ταμείο .

 

Φεύγοντας από την εκκλησία κατευθύνθηκα με μεγαλύτερη ταχύτητα αυτή τη φορά προς το σπίτι μου και να που έφτασα !

Ανέβηκα τις σκάλες και ήμουν έτοιμη να μπω στο διαμέρισμά μου αλλά με πρόλαβε η κυρία Μάρθα.

-               Με συγχωρείς, μου είπε γεμάτη αναστάτωση , θα μπορούσες μήπως να με βοηθήσεις σε κάτι που θέλω ;

-                    Εννοείται!

-               Ξέρεις, ρώτησα την κυρία Γεωργία πριν αν θα μπορούσε να μου δώσει τα κλειδιά του υπογείου για να πάρω κάτι που χρειάζομαι αλλά …… Εδώ έκανε μια μικρή παύση από την αμηχανία της μάλλον και μετά συνέχισε , νόμισε πως ήθελα να κλέψω και εν τέλει δεν μου έδωσε τα κλειδιά . Θα μπορούσες …

-                    Βεβαίως ! Απλά δώσε μου μισό λεπτό να τα πάρω .

Τελειώνοντας και με την κυρία Μάρθα πήγα και ξάπλωσα λίγο στη κρεβατοκάμαρά

μου . Τι ανακούφιση που είναι αυτή ! Σήμερα βοήθησα και εγώ κάποιους

ανθρώπους που με είχαν ανάγκη , αφού αυτή τη φορά δεν τους αγνόησα αλλά τους βοήθησα όσο μπορούσα.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης