Όλοι γνωρίζουμε ιστορίες πειρατών που θάβουν σεντούκια γεμάτα χρυσάφι και δεν γυρνάνε ποτέ πίσω να τα πάρουν. Και τότε, αυτά μένουν στη γη και οι άνθρωποι, γενιές και γενιές μετά, ψάχνουν με οδηγό έναν παλιό χάρτη να βρουν έναν θησαυρό να πλουτίσουν.
Έτσι έκανε και ο Τζον. Ο πατέρας του, λίγο πριν πεθάνει, του έδωσε έναν τέτοιο χάρτη, που οδηγούσε σ’ έναν αμύθητο θησαυρό, τον οποίο ο ίδιος δεν είχε καταφέρει να βρει. Όταν, τελικά, πέθανε, ο Τζον, μην έχοντας κάποιον άλλον στον κόσμο, αποφάσισε να τον βρει. Έκανε πολλά ταξίδια. Έλυσε πολλούς γρίφους. Έστυψε το μυαλό του. Μόνος σκοπός του ήταν η εύρεση του θησαυρού. Μετά από πολλή περιπλάνηση, έφτασε σε μια πόλη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, κάπου εκεί κοντά βρισκόταν ο θησαυρός. Βέβαιος για τον εαυτό του, αποφάσισε να εγκατασταθεί εκεί προσωρινά, μέχρι να τον βρει. Ο καιρός περνούσε, ο Τζον είχε οργώσει όλη την περιοχή και δεν έβρισκε τίποτα. Τα χρήματά του άρχισαν να εξαντλούνται. Αποφάσισε να δουλέψει κι έτσι συνέχισε τις προσπάθειες.
Περνώντας οι μήνες, και έπειτα τα χρόνια, ο Τζον δέθηκε με τους ανθρώπους της κοινότητας, έφτιαξε οικογένεια και ο θησαυρός ξεχάστηκε. Έτσι, 25 περίπου χρόνια μετά, άρχισε να γίνεται “σούσουρο” στην περιοχή για έναν θησαυρό. Τότε, ο Τζον θυμήθηκε τον αρχικό σκοπό του, ο οποίος τον ώθησε να μείνει εκεί. Τελικά, συνειδητοποίησε πως ο αληθινός θησαυρός στη ζωή δεν είναι τα πλούτη, αλλά οι ανθρώπινες σχέσεις, οι σχέσεις αγάπης και φιλίας που προσφέρουν ευχάριστες στιγμές.
