Η σιωπή των Διαφορετικών

ρατσισμός

Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ (διήγημα)

της Αλεξάνδρας Καψάλη (Β2)

φώτο από ΑΙ

φώτο από ΑΙ

Τον έλεγαν ο «ξένος» και κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να μάθει το όνομά του. Καθόταν πάντα στο τελευταίο θρανίο, με το κεφάλι χαμηλωμένο και το βλέμμα του καρφωμένο στα τετράδιά του, σαν να προσπαθούσε να γίνει αόρατος. Δεν ενοχλούσε κανέναν, δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ κι όμως η παρουσία του αρκούσε για να προκαλεί ψιθύρους και βλέμματα γεμάτα καχυποψία…

Ο Νίκος τον παρατηρούσε καιρό. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί οι άλλοι τον απέφευγαν. Ίσως να έφταιγε η προφορά του, που πρόδιδε ότι ερχόταν από άλλη χώρα. Ίσως να έφταιγαν τα ρούχα του, που ήταν λίγο φθαρμένα και διαφορετικά από των υπολοίπων. Ίσως πάλι απλώς το πρόβλημα ήταν ότι δεν έμοιαζε με τους «άλλους». Ό, τι και αν ήταν, υπήρχε ένα αόρατο τείχος ανάμεσα σε αυτόν και την υπόλοιπη τάξη.

Στα διαλείμματα καθόταν συνήθως μόνος, σε μια απόμερη γωνιά της αυλής, κρατώντας σφιχτά το φαγητό του χωρίς να μιλά σχεδόν σε κανέναν. Κάθε φορά που πλησίαζε κάποια παρέα, οι συζητήσεις πάγωναν για λίγο και τα βλέμματα γύριζαν αλλού. Κάποιοι ψιθύριζαν, άλλοι γελούσαν χαμηλόφωνα, λες και η διαφορετικότητά του ήταν κάτι παράξενο που έπρεπε να σχολιαστεί. Οι περισσότεροι πάντως απομακρύνονταν βιαστικά. Κι όμως, στα μάτια του Νίκου, το αγόρι αυτό δεν έδειχνε επικίνδυνο ή περίεργο,· έδειχνε μόνο κουρασμένο και βαθιά μόνο.

Μια μέρα, στο μάθημα της ιστορίας, ο καθηγητής ζήτησε από τον «ξένο» να απαντήσει σε μια ερώτηση. Στην αρχή δίστασε, τα μάτια όλων στράφηκαν επάνω του και η σιωπή στην αίθουσα έγινε βαριά. Τα παιδία τον κοιτάζανε επίμονα. Εκείνος φοβόταν να μιλήσει στην αρχή. Ντρεπόταν. Όταν όμως άρχισε να μιλά, η φωνή του γέμισε τον χώρο σιγουριά. Μιλούσε με γνώση, με πάθος, σαν να ζωντάνευε τα γεγονότα μπροστά τους. Η τάξη σώπασε, όχι από αμηχανία αυτή την φόρα, αλλά από πραγματικό ενδιαφέρον. Για πρώτη φορά, όλοι τον άκουγαν πραγματικά. Στο διάλειμμα ο Νίκος και οι υπόλοιποι μαθητές πήραν το θάρρος να πάνε να μιλήσουν στο «ξένο» παιδί.

 -  Πώς σε λένε;», τον ρωτάει ο Νίκος

-  «Αλί», απαντάει εκείνος χαμηλόφωνα.

Το βλέμμα του είχε μια μελαγχολία, αλλά και μια δύναμη, σαν να κουβαλούσε μέσα του χιλιάδες ιστορίες που δεν είχαν ειπωθεί. Έμοιαζε ήρεμος, αλλά ταυτόχρονα σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μέσα του κάτι βαρύ, έναν κόσμο που είχε αφήσει πίσω του χωρίς να το θέλει.

Από εκείνη την ημέρα, το τελευταίο θρανίο δεν ήταν πια τόσο μοναχικό. Ο Νίκος άρχισε να κάθεται δίπλα του, να του μιλά, να τον γνωρίζει. Σιγά – σιγά και οι υπόλοιποι μαθητές άρχιζαν να αλλάζουν στάση. Ο «ξένος» έπαψε να είναι ξένος. Απέκτησε όνομα, φωνή και θέση μέσα στην τάξη!

Μερικές φορές ο ρατσισμός δεν φωνάζει, κρύβεται στη σιωπή, στα αδιάφορα βλέμματα και την απομόνωση. Και ίσως ο μόνος τρόπος για να τον καταπολεμήσεις είναι να κάνεις το πρώτο βήμα: να πλησιάσεις τον άλλον και να τον δεις όπως πραγματικά είναι: ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Λουλούδι

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης