γράφει ο μαθητής Ευάγγελος Σιβρής
ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ ΖΕΗ
Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της είναι ένα μυθιστόρημα, το οποίο μιλάει για μια περίοδο της εφηβείας ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού, της Κωνσταντίνας. Πρόκειται για ένα κορίτσι που από μικρό πάλευε να ξεφύγει από τις ανασφάλειές της.
Αρχικά η Κωνσταντίνα ζούσε στο Άαχεν της Γερμανίας, μα όταν οι γονείς της χώρισαν, την έστειλαν στην Αθήνα να μείνει με τη γιαγιά της. Εξαιτίας της καταπίεσης που ένιωθε στην Αθήνα άρχισε να παίρνει ουσίες. Σ΄ αυτό συνέβαλλε και η γνωριμία της με έναν συμμαθητή της, τον Λουμίνη, ο οποίος την παρέσυρε περισσότερο στα ναρκωτικά, καθώς επίσης και η γνωριμία της με τη Λαίδη Ντι, η οποία προωθούσε τις ουσίες.
Κατά τη διάρκεια της πλοκής του έργου βλέπουμε την Κωνσταντίνα να εθίζεται όλο και περισσότερο στις ουσίες, παρόλο που μερικοί ήρωες της ιστορίας προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς της συμβαίνει για να τη βοηθήσουν. Ένας από αυτούς είναι και ο δάσκαλός της, ο κύριος Μπένος, ο οποίος ενδιαφέρεται αληθινά για τα παιδιά και προσπαθεί να την προσεγγίσει για να την βοηθήσει. Ένα ακόμη πρόσωπο που προσπαθεί να είναι κοντά της είναι η γιαγιά της, η οποία παρά την αγάπη που έχει για την εγγονή της δεν ξέρει πώς να της συμπεριφερθεί. Ένα τρίτο πρόσωπο που επίσης τη βοήθησε, ειδικά στο τέλος της ιστορίας, είναι η Μαρίνα η γυναίκα του κυρίου Μπένου.
Η Κωνσταντίνα κατά βάθος νοσταλγεί τη ζωή της στο Άαχεν, όταν οι γονείς της ήταν ακόμη μαζί. Θυμάται την παλιά της κολλητή, το παλιό της δωμάτιο και τον χρόνο που περνούσε με τον πατέρα της κάνοντας βόλτες μαζί του.
Το τέλος του έργου βρίσκει την Κωνσταντίνα σε μια κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς η Λαίδη Ντι, σε μια σκηνή του έργου που προκαλεί αγωνία στον αναγνώστη, τη νάρκωσε με μια πολύ ισχυρή δόση ναρκωτικών. Ο Λουμίνης τη βρήκε στην κατάσταση αυτή και τη μετέφερε στο σπίτι της. Από τη στιγμή εκείνη η Κωνσταντίνα βρίσκεται καθηλωμένη στο κρεβάτι. Μετά από επιμονή των κοντινών της προσώπων να μπει σε κέντρο απεξάρτησης, αποφασίζει να δεχτεί. Σ” αυτό βοήθησε ιδιαίτερα η παρουσία της Μαρίνας, η οποία είχε περάσει μια παρόμοια κατάσταση στο παρελθόν. Η τελευταία σκηνή του έργου αφήνει τον αναγνώστη σε απορία για το τι ακολούθησε μετά την εισαγωγή της Κωνσταντίνας στο κέντρο απεξάρτησης. Έτσι το τέλος του έργου είναι ανοιχτό.
Το έργο είναι επίκαιρο, επειδή αναφέρεται σε ένα ζήτημα που δυστυχώς ακόμη και στις ημέρες μας δεν έχει σταματήσει να καταστρέφει τις ζωές πολλών νέων, τα ναρκωτικά. Περιγράφει τα αδιέξοδα στα οποία καταλήγουν οι νέοι που πέφτουν στην παγίδα αυτή.
