ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ: πώς μπορούμε να δομήσουμε πειστικά τον χαρακτήρα/ήρωα της ιστορίας μας;
Με αφορμή το ποίημα του Νίκου Καββαδία «Οι γάτες των φορτηγών» ασκηθήκαμε στη μυθοπλαστική σύνθεση ενός λογοτεχνικού ήρωα. Ο στόχος ήταν να πλάσουμε έναν χαρακτήρα ναυτικού που πείθει ότι είναι αληθινός.
Για να συμβεί αυτό, πρέπει να μελετηθεί ο χαρακτήρας του ήρωα πρώτα ως ξεχωριστή προσωπικότητα και στη συνέχεια ως μέλος της κοινωνίας και ως άτομο με συγκεκριμένα ψυχολογικά χαρακτηριστικά.
Συνδιαμορφώσαμε τον πρωταγωνιστή μας συζητώντας, λοιπόν, για το ονοματεπώνυμο και το φύλο του, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης, τον τόπο διαμονής, το επίπεδο σπουδών και το επάγγελμα, το εισόδημα, την οικογενειακή κατάσταση, τους συγγενείς, την παιδική ηλικία, τα παιδικά τραύματα, την τωρινή σχέση του με τους γονείς, τη σχέση με το άλλο φύλο και ασφαλώς την εξωτερική του εμφάνιση, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κ.α..
Μετά από αυτή τη διερευνητική διαδικασία, οι μαθητές και οι μαθήτριες έγραψαν σελίδες ημερολογίου μιλώντας για λογαριασμό του ναυτικού που αναγκάζεται να πετάξει στη θάλασσα την άρρωστη γάτα του καραβιού, για να συντομεύσει την πορεία προς το προδιαγεγραμμένο τέλος της.
Απολαύστε τέσσερις από αυτές από τα τμήματα Β2 και Β3.
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Γύρισα πάλι στο δωμάτιό μου με ημικρανία και κάθομαι και κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη της καμπίνας μου. Έχουν περάσει πολλές μέρες μοναξιάς εδώ στο καράβι. Το μόνο που μου δίνει κουράγιο είναι η φωτογραφία της μητέρας μου δίπλα στην εικόνα της Παναγίας και του “Αη Νικόλα που μας προστατεύει σε κάθε φουρτούνα.
Κάθε βράδυ έρχονται μπροστά μου τα παιδικά μου χρόνια στη Σύρο. Φτώχεια καταραμένη… και η μητέρα μου να παλεύει να μεγαλώσει εμένα και τα αδέλφια μου μόνη της. Δεν παντρεύτηκα ποτέ και έφυγα στα καράβια νωρίς, για να στέλνω λεφτά για βοήθεια.
Να ΄μαι 37 χρονών τώρα, μόνος, χωρίς κανέναν παρά μόνο τους ναύτες και την καμπίνα μου. Τι κατάλαβα τόσα χρόνια που βολοδέρνω; Τα χρόνια στη θάλασσα με έχουν κάνει βαρύ, σκληρό κι αμίλητο. Μόνη συντροφιά μου η γάτα του καραβιού.
Όλα τα έχω συνηθίσει, όλα τα αντέχω. Όλα; Όχι όλα, δυστυχώς.
Σήμερα, απάλλαξα από το μαρτύριο τη μοναδική μου συντροφιά, ρίχνοντάς τη μέσα στη θάλασσα. Όλα άρχισαν όταν καταλάβαμε ότι δεν μπορεί άλλο να ζήσει έτσι. Ούρλιαζε σπαρακτικά. Ακόμη και εγώ ο σκληρός δάκρυζα, όταν την έβλεπα τόσο ανυπεράσπιστη. Οι σύντροφοί μου επέλεξαν εμένα, για να τη λυτρώσω από τον αργό και βασανιστικό θάνατο. Πού να ξέρανε… Τρομοκρατημένος, με δάκρυα στα μάτια, χάιδεψα απαλά το καημένο το ζωντανό, τη σήκωσα και την πέταξα στη θάλασσα. Κατευθείαν, ένιωσα σαν να έχω πέσει στο κενό και σαν η καρδιά μου να έχει σταματήσει.
Αχ… Κάθε βράδυ σκέφτομαι τη γάτα του καραβιού και μου λείπει φρικτά. Εύχομαι να σε έχω απαλλάξει από τον πόνο και να μας βλέπεις από εκεί πάνω χαρούμενη… Αναπαύσου εν ειρήνη, αγαπημένη μου…
Ειρήνη Μ. Β2
*
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Σήμερα ξημέρωσε άλλη μια δύσκολη μέρα στη θάλασσα. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος, γκρίζος, άγριος και μουντός. Δυσκολεύτηκα να σηκωθώ και να αδράξω την μέρα, καθώς όλο το βράδυ σκεφτόμουν πόσο μου λείπουν οι δικοί μου, η οικογένειά μου, ο μπαμπάς μου, η μαμά μου, τα αδέρφια μου, με αποτέλεσμα να με πιάσει πάλι το κεφάλι μου και να έχω μια απίστευτη ημικρανία. Σαν να μην μου έφτανε η στεναχώρια και η κούραση, ήρθα αντιμέτωπος με ένα θλιβερό γεγονός. Η γάτα μας η Μυρτώ…
Η βασίλισσα του καραβιού μας, η λατρεμένη όλων, αρρώστησε και άρχισε να τρελαίνεται, να ουρλιάζει και να χάνει την ισορροπία της. Δυστυχώς υπέφερε πολύ. Τότε εγώ, -ποιος άλλος;- ο πιο σκληρός στο καράβι μας την πέταξα μέσα στη θάλασσα, για να τη λυτρώσω από τον αργό και βασανιστικό θάνατο.
Όσο σκληρός και αν είναι κανείς, στο αντίκρισμα αυτής της σκηνής λυγίζει, έτσι και εγώ δεν άντεξα. Εκείνη τη στιγμή ήταν λες και έχασα ένα κομμάτι της καρδιάς μου. Προτίμησα να μην φανώ λίγος μπροστά στους άλλους ναυτικούς, αλλά να έρθω στην καμπίνα μου και να ξεσπάσω στιε σελίδες σου, καθώς κανείς δε θα μπορέσει να σε δει ποτέ, αφού σε κρατάω κρυφό. Κλαίνε οι ναυτικοί; Λυγίζουν οι θαλασσοδαρμένοι; Κι όμως, μετά από αυτό το γεγονός δεν άντεξα.
Η Μυρτώ μου με λάτρευε, είχε δείξει την αγάπη της και την προτίμησή της σε εμένα. Πολλές φορές την έβρισκα καθισμένη δίπλα στη φωτογραφία της μητέρας μου να με περιμένει μετά τη βάρδια μου, για να κουρνιάσει στην αγκαλιά μου. Αυτό μου έδωσε την έμπνευση να την ονομάσω με το όνομα της μητέρας μου. Μαζί της είχα περάσει τόσες ώρες συντροφιάς σε όλο αυτό το μακρινό και ατελείωτο ταξίδι. Πώς θα συνηθίσω την απουσία της;
Είμαι πολύ θλιμμένος. Και μόνος.
Δήμητρα Μ. Β2
*
Αγαπημένο μου ημερολόγιο
Είμαι σαράντα χρονών. Δουλεύω πάνω από είκοσι χρόνια στα καράβια. Κάποτε είχα οικογένεια, μάνα που με φρόντιζε, αγαπημένη που με περίμενε. Τώρα πια δεν έχω κανέναν. Η μόνη συντροφιά μου ήταν η γάτα που πετάξαμε σήμερα στη θάλασσα. Ποτέ μου δε βίωσα τέτοια λύπη και μοναξιά. Έχω καπνίσει άπειρα από τα τσιγάρα που φυλάω κάτω από το μαξιλάρι. Μου λείπει η ζεστή συντροφιά της.
Το πρωί έπιασα απαλά τη γάτα, την κοίταξα στα μάτια επίμονα. Τα μάτια της μου θύμιζαν την εικόνα της Παναγίας που έχω στο ράφι της καμπίνας μου. Με εμπιστευόταν. Έσφιξα την καρδιά μου και με μια αστραπιαία κίνηση την πέταξα. Ένιωσα ένα μεγάλο σφίξιμο στο στέρνο. Δεν άντεχα άλλο. Άρχισα να τρέχω προς την καμπίνα μου. Δεν ήθελα να με δουν οι υπόλοιποι να κλαίω. Εγώ είμαι ο δυνατότερος πάνω στο καράβι, ο ατρόμητος, ο μοναχόλυκος. Ίσως να νόμιζε κανείς ότι κάτι τέτοια δεν μπορούν να με στεναχωρήσουν. Έχω περάσει τα πάνδεινα, όλοι το ξέρουν.Το μαρτυράει και η ουλή στο μάγουλο, ενθύμιο από έναν μαυριδερό Μεξικανό σ’ένα καταγώγιο στην “Αντεν, στη μακρινή Ινδία.. Κι όμως…
Ξαπλωμένος στη μικρή, θλιβερή καμπίνα μου, χωμένος τους καπνούς και στη μοναξιά μου εύχομαι η γάτα μας να ζει ζωή χαρισάμενη στον παράδεισο των καλών γατιών. Και πού ξέρεις… ίσως και αυτηνής να της λείπω…
Καληνύχτα…
Νικόλας Κ. Β2
*
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Τώρα τελευταία συνέχεια τη γάτα μας, την Περσεφόνη, που είχε την αρρώστια του σιδέρου, σκέφτομαι, να επιπλέει στη θάλασσα. Θυμάμαι να φεύγει από τα χέρια μου και να με κοιτάνε όλοι μ΄ένα βλέμμα έντρομο κι απελπισμένο. Σίγουρα όμως εγώ δεν ευθύνομαι, αυτοί οι ίδιοι έλεγαν πως τη γάτα έπρεπε να την ρίξει από το πλοίο ο πιο μυώδης ναύτης, αυτός με το χτυπημένο τατουάζ της άγκυρας στο χέρι, αυτός με την ουλή της μαχαιριάς στο μάγουλο και με μαλλιά που πάντα του έκρυβαν τα μάτια.Κι αυτός ήμουν σίγουρα εγώ.
Δεν καταλαβαίνουν ότι έχω και εγώ συναισθήματα παρά τα δεκαπέντε χρόνια στη θάλασσα και τις τρικυμίες, παρά τα σαράντα μου χρόνια σ’ αυτή τη σκληρή ζωή; Πότε θα καταλάβουν ότι και ο Μηνάς ο Μυτιληνιός μπορεί να νιώσει μεγάλο πόνο; Ότι δεν είναι από ατσάλι;
Ναι, την χάιδεψα τη γατούλα μας, την κοίταξα στα μάτια και την πέταξα. Σταμάτησε, όμως, να πονάει. Τι κι αν της περάσαμε το χάλκινο περιλαίμιο; Δεν τη γλυτώσαμε από την καταραμένη αρρώστια.
Και τώρα στο δωμάτιο κάθομαι μόνος μου, χωρίς χάδια, χωρίς νιαουρίσματα, χωρίς αγκαλιές. Κοιτάζω τη φωτογραφία της μάνας. Ήρθε η ώρα στη Μυτιλήνη για λίγο να γυρίσω, να δω τους δικούς μου, να μαλακώσει λίγο η καρδιά μου.
Άγγελος Τ. Β3
Επιμέλεια κειμένων: Κουβάτα Δήμητρα, Φιλόλογος

