Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σήμερα η πένα μου είναι βαριά σαν τη ψυχή μου. Η μέρα αυτή θα με στοιχειώνει όσο θα ζω. Το γεφύρι, το έργο που μου ανατέθηκε, στέκεται περήφανο πάνω από τον ποταμό, αλλά εγώ δεν μπορώ να το αντικρίσω χωρίς να τρέμω. Για να σταθεί, θυσιάστηκε η γυναίκα μου, η καημένη Λυγερή…
Όταν οι πέτρες γκρεμίζονταν ξανά και ξανά, ενώ προσπαθούσαμε να χτίσουμε το γεφύρι, νόμιζα ότι ο θεός με δοκιμάζει. Αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η λύση θα ήταν τόσο σκληρή και επώδυνη.
Το αίμα της έγινε το θεμέλιο του γεφυριού. Την είδα να μπαίνει μέσα στα θεμέλια με θάρρος, χωρίς να γνωρίζει ότι έπρεπε να σωπάσω και να μη πω τίποτα. Για να σταθεροποιηθεί το γεφύρι, έπρεπε να χαθεί εκείνη.
Την ακούω ακόμα τα βράδια να με φωνάζει μέσα απ’ το γεφύρι. Κάθε πέτρα, κάθε ήχος του νερού μου θυμίζουν τη κραυγή της. Το γεφύρι στέκεται, μα η ψυχή μου έπεσε μαζί της.
Αν ήτανε να διαλέξω ξανά, θα προτιμούσα να γκρεμιστεί χίλιες φορές, παρά να χαθεί εκείνη.
Ν.Χ. – μαθήτρια της Γ΄ τάξης

