Δημιουργική Γραφή

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΖΟΡΜΠΑ – Γ1  «Μέχρι να ξανασυναντηθούν τα βλέμματα»

 

Ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά και η πόλη μύριζε κανέλα, γαρίφαλο και Χριστούγεννα. Η Άννα περπατούσε στον ίδιο δρόμο που περπατούσαν μαζί πριν από λίγους μήνες, τότε που όλα έμοιαζαν πιο απλά. Τώρα κάθε βιτρίνα τής θύμιζε κάτι που είχε χαθεί.

Ο Μάριος είχε φύγει ξαφνικά. Όχι με καβγά, όχι με φωνές, αλλά ε μια απόφαση που δεν ειπώθηκε ποτέ. «Ίσως δεν είναι η σωστή στιγμή», είχε πει. Αυτή η φράση είχε μείνει να αιωρείται ανάμεσά τους.

Από τότε η Άννα ζούσε με αναμνήσεις και ανείπωτες λέξεις. Θυμόταν τις μικρές στιγμές περισσότερο από όλα. Τα βλέμματα που συναντιούνταν χωρίς λόγο, τα μηνύματα αργά το βράδυ, τις βόλτες που κρατούσαν περισσότερο από όσο έπρεπε γιατί κανείς δεν ήθελε να πει πρώτος «αντίο». Δεν ήταν μια σχέση γεμάτη υποσχέσεις, ήταν όμως αληθινή.

Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, η Άννα ένιωθε πως ο κόσμος γύρω της γιόρταζε άτι στο οποίο δεν ανήκε πια. Οι άνθρωποι γελούσαν, κρατούσαν χέρια, έκαναν σχέδια. Εκείνη κρατούσε μόνο μια ανάμνηση: τη μέρα που ο Μάριος της είχε χαρίσει ένα μικρό σημειωματάριο. «Για να γράφεις όσα δεν λες», της είχε πει.

Το βράδυ της παραμονής, η Άννα άνοιξε εκείνο το σημειωματάριο για πρώτη φορά έπειτα από καιρό. Οι σελίδες ήταν γεμάτες σκέψεις, συναισθήματα, φόβους, ελπίδες. Και κάπου ανάμεσα στις λέξεις συνειδητοποίησε κάτι που δεν είχε τολμήσει να παραδεχτεί: δεν πονούσε επειδή τελείωσε, αλλά επειδή άξιζε.

Βγήκε έξω για να πάρει αέρα. Το κρύο της έκοβε την ανάσα, αλλά την κρατούσε ξύπνια.  Στην πλατεία, ανάμεσα σε φώτα και σκιές, τον είδε. Ο Μάριος στεκόταν εκεί, σαν να είχε παγώσει στο χρόνο. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως ήταν φαντασία. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Δεν χαμογέλασαν αμέσως. Υπήρχε ακόμα δισταγμός, φόβος, όλα όσα δεν είχαν ειπωθεί.

Εκείνος έκανε πρώτος ένα βήμα. «Δεν ήξερα αν έπρεπε να σου μιλήσω», είπε. «Ούτε εγώ», απάντησε εκείνη. Δεν χρειάστηκαν εξηγήσεις. Μόνο θάρρος και ειλικρίνεια. Δεν υποσχέθηκαν τίποτα, δεν μίλησαν για το μέλλον. Μίλησαν μόνο για το παρόν, για το πώς ένιωσαν, για ό,τι φοβήθηκαν. Και αυτό ήταν αρκετό.

¨Όταν χωρίστηκαν ξανά, δεν ένιωθαν πια το ίδιο βάρος. Ίσως να μην ήταν γραφτό να είναι μαζί. Ίσως όμως να ήταν γραφτό να συναντηθούν για να μάθουν τι σημαίνει να αγαπάς αληθινά, έστω και για λίγο. Η Άννα γύρισε σπίτι και άφησε το σημειωματάριο κάτω από το δέντρο.

Εκείνο το βράδυ κατάλαβε πως κάποιες σχέσεις δεν τελειώνουν άσχημα. Τελειώνουν αφήνοντας κάτι πολύτιμο: τη δύναμη να συνεχίζεις έχοντας αγαπήσει.

 

 

 

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΜΑΡΟΥΓΚΑ  «Το πνεύμα των Χριστουγέννων»

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα 17χρονο ορφανό αγόρι. Τον λέγανε Γκριντς αλλά δεν ήταν σαν αυτόν που όλοι έχουμε στη φαντασία μας. Όχι, για την ακρίβεια ο Γκριντς ήταν το πιο ευγενικό αγόρι σε όλο το χωριό και αγαπούσε τα Χριστούγεννα, μα κανένας δεν τον συμπαθούσε για κάποιον λόγο.

Δύο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, ο Γκριντς είχε πάει στη μικρή αγορά. Βλέπετε, βρήκε μερικά λεφτά στην τσέπη του και πήγε να αγοράσει να φάει κάτι. Τις περισσότερες μέρες έμενε νηστικός, επειδή δεν είχε ούτε λεφτά, ούτε σπίτι για ζεστασιά, ούτε καλά ρούχα. Όλοι τον μισούσαν και δεν του φέρονταν καλά, όπως τώρα.

Κάποια παιδιά, λίγο μεγαλύτεροί του, ήρθαν

-Ε, Γκριντς! Έλα εδώ! Είπε ο πιο μεγαλόσωμος.

Ο Γκριντς προσπάθησε να τον αγνοήσει, μα το μεγάλο αγόρι, ο Ντάνιελ, τον έπιασε και του έριξε τρικλοποδιά.

-Α, ρε φίλε! Τι θέλετε πάλι; Είπε αναστατωμένο το πεσμένο παιδί.

- Όχοοου! Για δείτε εδώ! Έχει και θάρρος! Όχι για πολύ, είπε ο Νταν, ενώ τον κλότσησε στο στομάχι, όσο ο Γκριντς προσπαθούσε να σηκωθεί.

Ο Γκριντς έπεσε ξανά και τα λίγα λεφτά που είχε γλίστρησαν από το χέρι του.

-Κοιτάξτε, τι είναι αυτό! Πέντε ΕΥΡΩ; Ευχαριστώ και είχα αρχίσει να πεινώ, είπε κοροϊδευτικά ο Πέτρος, ενώ πήρε το πεντάευρω.

-Έι! Δεν μπορείς να τα πάρεις, είναι δικά μου! Φώναξε ο Γκριντς.

Ο Ντάνιελ του έριξε κλοτσιά και η μύτη του κοκαλιάρικου αγοριού άρχισε να βγάζει αίμα.

-Σκάσε, φρικιό! Του ούρλιαξε ο Νταν και του έριξε μπουνιά στην κοιλιά.

Το μικρότερο αγόρι ήταν στο πάτωμα και πάλευε με τον εαυτό του να μη βγάλει δάκρυα. Τα τρία αγόρια άρχισαν να γελάνε και έφυγαν.

Ο Γκριντς σηκώθηκε και άκουσε το στομάχι του να γουργουρίζει. Ξαφνιάστηκε διότι δεν ήξερε ότι πεινά, είχε να φάει κάτι δύο εβδομάδες τώρα και είχε σταματήσει να νιώθει την πείνα, για την ακρίβεια δεν ένιωθε τίποτα.

Την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι ήταν σπίτια τους με την οικογένειά τους, όχι ο Γκριντς όμως, δεν είχε οικογένεια. Εκείνη τη νύχτα δεν ένιωθε καλά. Είχε να φάει τόσο καιρό. Ήξερε πως η ώρα του ήρθε. Εκεί ακριβώς το καημένο αγόρι ξεψύχησε. Δεν είναι σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Οι πολίτες δεν ένιωθαν χάλια, γέλαγαν και χτύπαγαν το χλομό σώμα του 17χρονου παιδιού.

Ο Γκριντς έκλαιγε, ενώ τους έβλεπε από τον παράδεισο, αυτό που δεν περίμενε όμως είναι μια λάμψη, όχι σώμα, όχι μορφή. Απλά φως, του ψιθύρισε στο αυτί.

-Γκριντς… Θέλεις εκδίκηση, έτσι δεν είναι; Θα σε βοηθήσω, δεν είναι ωραίο αυτό που σου έκαναν.

Ο Γκριντς συμφώνησε και η λάμψη του είπε: «Δες κάτω».

Όταν κοίταξε, είδε αστραπές και έναν ανεμοστρόβιλο. Χαλάζι έπεφτε και η θερμοκρασία ήταν χαμηλή. Τα σπίτια γκρεμίστηκαν και πολλοί πέθαναν.

Τότε ο Γκριντς εμφανίστηκε μπροστά τους. Όλοι τον κοίταξαν με τρόμο. Η κακοκαιρία σταμάτησε και ο Γκριντς εξαφανιζόταν αργά αργά. Όλοι υποκλίθηκαν και τους ψιθύρισε:

-Αυτά είναι τα πιο αξέχαστα Χριστούγεννα, ε;

Τους χαμογέλασε κι έφυγε στον παράδεισο.

Κανένας δεν ξαναμίλησε με άσχημα λόγια για τον Γκριντς, για την ακρίβεια του έφτιαξαν άγαλμα και τον αποκαλούσαν το πνεύμα των Χριστουγέννων. Από τότε ποτέ δεν είχε ξανά κακοκαιρία.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΣΠΙΤΗΣ – Γ3  «Γιατί αγαπώ τα Χριστούγεννα!»

 

Η ιστορία μάς ταξιδεύει στην Οκλαχόμα. Εκεί ζει ένας εσωστρεφής νεαρός, ο Μάικ. Διασκεδαστικός, ρομαντικός και καλόκαρδος, έχοντας ως συνήθεια να γράφει ασταμάτητα το οτιδήποτε, οπουδήποτε. Αν και λατρεύεται από τους πάντες, θα έχει πάντα για καλύτερό του φίλο ένα μικρό, μαύρο τετράδιο. Αυτό το αναθεματισμένο παλιο-ημερολόγιο έχει ως εκνευριστική συνήθεια να μην τελειώνει ποτέ. Ο Μάικ, πριν από τρία χρόνια, στις 25 Δεκεμβρίου, είχε συνηθίσει αν κλείνεται στον εαυτό του. Δηλαδή σαν πλάκα ούτε ο τετράγωνος κολλητός του δεν ξέρει το γιατί.

Μέχρι που το βράδυ της 24ης του έρχεται ως επιφοίτηση κάτι που σε άλλη ζωή δεν θα έκανε ποτέ: να ανοίξει την καρδιά του. Είχε μόλις γυρίσει από ένα παθιασμένο πάρτι που διοργάνωσε η τάξη του, με τη μητέρα και τα αδέλφια του να έχουν φύγει ξεχωριστές βόλτες. Έχοντας λοιπόν ξεφορτωθεί τους πάντες, βουτά το στυλό που έχει πάντα στην τσέπη του καλού-κακού, ανοίγει το ημερολόγιό του για εκατομμυριοστή φορά και ξεκινά μια εντελώς γεμάτη αναμνήσεις ιστορία λέγοντας για την κρυφή αγάπη που έχει για τα Χριστούγεννα.

 

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Ξέρεις ότι πάλι είμαι εγώ. Δυστυχώς, θα πρέπει να με υποστείς ξανά. Ναι, πήγα στο πάρτι, σου το έκανα το χατίρι. Σου έχω τρελά νέα, αλλά μη φανταστείς το χειρότερο ως συνήθως. Το κλίμα ήταν σούπερ, κατάφερα επιτέλους να φύγω από τη μαυρίλα των γιορτών. Και μεταξύ μας, την ώρα που όλοι χορεύαμε το Gpt low του Λιλ Τζον, εγώ και η Έμμα φιληθήκαμε. Πιστεύω πως μια τέτοια νύχτα την άξιζα, δεν νομίζεις; Και αφού η μέρα πλησιάζει στο τέλος της, θεωρώ ότι πρέπει να κάνω κάτι που έπρεπε να είχα κάνει εδώ και καιρό. Να εξηγήσω επιτέλους γιατί αισθάνομαι τόσο χάλια παραμονή Χριστουγέννων. Αλλά θέλω να μου υποσχεθείς κάτι: πως, κάθε φορά που θα εξηγώ ένα στραβό της παραμονής αυτής, εσύ θα συγκρατείς πως εγώ δεν αγαπώ τα Χριστούγεννα. Τα ΛΑΤΡΕΥΩ. Δεν τα λατρεύω μόνο γιατί είναι μια χαρούμενη και γιορτινή περίοδος. Αλλά και για κάτι άλλο που θα πω στο τέλος.

Υπάρχουν πέντε λόγοι που εξηγούν την ψυχολογία μου. Στο Νο 5 κάθε Χριστούγεννα και 4 Ιουλίου η εντελώς «φυσιολογική» οικογένειά μου αποκαλύπτει την καλά κρυμμένη τρέλα της σε κάθε συνάντηση. Από πού να ξεκινήσω; Μα φυσικά από τη μάνα μου, την Miss “Please, όχι άλλη τσιρίδα». Πολλοί πιστεύουν  πως η Ολίβια Σπένσερ είναι απλώς μια ταπεινή δασκάλα – επαγγελματίας φωτογράφος. Αμ δε!!!

Σίγουρα η μητέρα μου είναι μοναδική, αυστηρή, γκρινιάρα, παράξενη και εντελώς συντηρητική και με εμένα και με τα αδέλφια μου. Δεν καταλάβαινα αρκετό καιρό αν είναι φωτογράφος ή λοχίας. Το σίγουρο είναι πως, αν η πειθαρχία είχε πρόσωπο, η μαμά θα ήταν σίγουρα εκεί καρφιτσωμένη. Ως άλλο παράδειγμα κάθε θείος – θεία, παππούς – γιαγιά, ξαδέλφια και ό,τι άλλο ζει, περπατά και κάθεται στο οικογενειακό τραπέζι, κάθε φορά, ξεκινά πάτα για κάτι ασήμαντο μια αλληλουχία παρεξηγήσεων και λογομαχιών. Ειλικρινά, έχεις δει πουθενά να πετιέται η γαλοπούλα στα μούτρα κάποιας θείας λέγοντας «Ουίίί»; Όπως τα λέω. Σκέτη τρέλα!

Νούμερο 4: Κατάρα το να έχεις αδέλφια. Καλά, όχι πάντα. Σίγουρα όμως δεν βοηθά το να είναι μικρότερά σου. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι καλώς γκρινιάζω. Αλλά για πες μου, μπορείς να ξέρεις πώς είναι ο κάφρος αδελφός και η ψωνισμένη αδελφή να τα έχουν με τα παιδιά  των δίπλα και εσύ να μένεις σαν την καλαμιά στον κάμπο; Όχι!, εγώ όμως; Μπορώ. Απλώς, για να το ξεκαθαρίσουμε, εγώ δεν μισώ τ’ αδέλφια μου. Τα αγαπώ όσο τίποτα στον κόσμο. Το θέμα είναι πως σε πιάνει ζήλια που σε μια γιορτή αυτοί έρχονται ζευγαρωμένοι κι εσύ νιώθεις σαν τη μύγα μέσ’ στο γάλα. Δεν ξέρω αν μετά το φιλί μου με την Έμμα βοηθά σε αυτό το πρόβλημα, απλά η υπομονή απέναντι σε κάποια γελάκια τελείωσε.

Τώρα  που φτάσαμε στο Νούμερο 3, θέλω να είσαι  έτοιμος για λίγο συναισθηματισμό . Απλά ενημερώνω.

Είναι πολύ χαλαρωτικές οι χριστουγεννιάτικες βραδιές. Προκαλούν ηρεμία, θαλπωρή και 100% ρομάντζο. Θα σου αναφέρω μια περίπτωση που έγινε τα περυσινά Χριστούγεννα, διότι με πονά ακόμα και τώρα. Πριν γνωρίσω την Έμμα, είχα γνωρίσει την Κάρολ . Εντελώς όμορφη, δυναμική και πάρα πολύ καλή στα φιλιά. Είχαμε γνωριστεί σε ένα μαθηματικό πρόγραμμα, ως «συνάδελφοι». Αρχίσαμε να βγαίνουμε για αρκετό καιρό, μέχρι που οι δυο μας φιληθήκαμε ένα βράδυ στο κεντρικό πάρκο της πόλης;, προτού φύγει για το σπίτι της. Ήμουν τρελά χαρούμενος, μέχρι που η ημέρα των Χριστουγέννων μού τα διέλυσε όλα. Καθώς έβγαινα για να τη βρω, τη βλέπω αγκαλιά με τον Ντέρεκ, τον αρχηγό της ομάδας μπάσκετ. Τελικά αν η γκαντεμιά είχε πρόσωπο, μετά λύπης μου θα έβαζα το δικό μου.

Το νούμερο 2 και το νούμερο 1 είναι ολόιδια στο θέμα. Αφορούν….τον πατέρα μου. Έναν άνθρωπο που πριν 3 χρόνια νόμιζα πως δε θα τον έχανα ξαφνικά εξαιτίας του διαζυγίου του με την μητέρα μου. Έναν άνθρωπο που αγαπούσα πάρα πολύ, που ήταν εκεί για να με ξυπνήσει στα δύσκολα και ήταν πρότυπο για εμένα. Ε λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος πριν από 3 χρόνια, την ώρα που μπήκαν τα Χριστούγεννα στη ζωή μας, σκοτώθηκε σε τροχαίο από σύγκρουση φορτηγού. Ούτε καν θυμάμαι πόσο έκλαψα που τον έχασα. Το μόνο που θυμάμαι είναι η αγκαλιά του, που έκανε διαγραφή σε όλα τα προβλήματα του σύμπαντος.

Ξέρω, ξέρω…Έγινα υπερβολικά δραματικός. Όμως, αν θυμάσαι, σου ζήτησα να κρατήσεις το κομμάτι που λέω πόσο λατρεύω τα Χριστούγεννα. Διότι όλα αυτά συνέβησαν και συμβαίνουν για έναν μόνο λόγο: για να εκτιμήσω την αγάπη που αποδεχόμουν από όλη αυτή την τρέλα, όλη αυτήν τη ζήλεια και όλη αυτή την τραγωδία. Γιατί, κάθε φορά που κάποιος απ΄το σόι νιώθει ότι ήρθε η ώρα της συγγνώμης, με μαγικό τρόπο η οικογένεια δίνει γέλιο, αστεία, χαρά και αγάπη σε όσους την περιβάλλουν.

Γιατί εγώ, από κάθε πείραγμα που λαμβάνω από τον Όλιβερ και τη Σάντρα, λαμβάνω και ένα μεγάλο αδελφικό like. Καταλαβαίνω ότι ως μεγάλος/η αδερφός/ή, είναι ανυπόφορη η ζωή χωρίς ένα μικρό αδελφάκι. Ποιον θα τσαντίσεις, ποιον θα νευριάσεις, ποιον θα στηρίξεις και ποιον θα προστατεύσεις όταν χρειαστεί; Μα φυσικά, τον μικρό αδερφούλη.

Ο μπαμπάς μου είπε κάποτε: Η ζωή δεν ξεκινά όπως θέλουμε. Συνεχίζει όμως όπως εμείς γουστάρουμε. Όλο αυτό συμβαίνει και θα συμβαίνει πάντα μόνο όταν θα υπάρχει αγάπη. Ας κάνουμε λοιπόν με αυτό το μήνυμα, την αγάπη μήνυμα στην θλίψη, στο μίσος, σε ό,τι κρατά τους ανθρώπους χώρια.

Κοιτάζω τώρα το ρολόι και η ώρα είναι 23:58. Σε 2 λεπτά τα Χριστούγεννα ξεκινούν. Ξέρω ότι ίσως είναι σκληρό, μα μόνο έτσι μπορεί να γίνει. Μόλις η ώρα γίνει 00:00, θα πρέπει εμείς οι δύο να σταματήσουμε να μιλάμε. Πρέπει να προχωρήσω, δυστυχώς ήρθε ο καιρός να σε τελειώσω.

Έμεινε μόνο ένα λεπτό. Να ξέρεις πως θα σε έχω πάντα κοντά στην καρδιά μου, για εμένα μόλις πω τη γνωστή σε όλους φράση θα επιβεβαιώσω πως θα είσαι για πάντα ο καλύτερος μου φίλος. Σε αγαπώ πολύ και  σε ευχαριστώ που ήσουν εκεί, όποτε σε ήθελα.

Καλά Χριστούγεννα, παλιόφιλε.

Έτσι ο Μάικ, κλείνοντας τον κολλητό του, κλείνει και ένα μαύρο κουτί αναμνήσεων που χαλούσε αυτές τις τόσο όμορφες μέρες. Τα Χριστούγεννα φωτίζουν όμορφα με όμορφη ομορφιά και με σίγουρη αγάπη. Αυτήν την αγάπη, δεν μπόρεσε κάποτε ο Μάικ να τη λάβει, μα όχι πια. Να γιατί σε αυτό το σημείο κολλάει το : Τελικά, όλοι αγαπούν τα Χριστούγεννα.

 

 

 

 

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης