Το περιπετειώδες λουλούδι και ο λαγός
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν πέντε αγαπημένες αδελφές που είχαν έναν λαγό.
Τον λάτρευαν και περνούσαν ατέλειωτες ώρες παίζοντας μαζί του. Ώσπου μια μέρα ο λαγός χάθηκε.

Στην πραγματικότητα, είχε πάει μια βόλτα στο δάσος. Καθώς περπατούσε αμέριμνος, είδε ένα παράξενα όμορφο λουλούδι. Πλησίασε για να το μυρίσει… μα ξαφνικά το λουλούδι άνοιξε και τον κατάπιε!
Σε μια στιγμή βρέθηκε σε ένα σκοτεινό μέρος, δίπλα σε μια τρομερή μάγισσα. Εκείνη τον άρπαξε και τον έβαλε στον φούρνο για να τον ψήσει. Όμως η μάγισσα δεν έβλεπε καλά, κι έτσι ο έξυπνος λαγός βρήκε ευκαιρία να ξεγλιστρήσει και να σωθεί.
Την ίδια ώρα, η μάγισσα είχε κλέψει δύο από τις αδελφές, τη Μύριαμ και την Αριάννα. Τα άλλα τρία κορίτσια —η Μαρία, η Ελευθερία και η Ιωάννα— κοιμόντουσαν ανυποψίαστα. Το επόμενο πρωί, όταν κατάλαβαν πως οι αδελφές τους έλειπαν, ανησύχησαν πολύ και ξεκίνησαν να τις αναζητήσουν.
Ανέβηκαν στο βουνό και εκεί είδαν ένα λουλούδι ίδιο με εκείνο που είχε δει ο λαγός. Πλησίασαν για να το παρατηρήσουν καλύτερα… και το λουλούδι τις κατάπιε κι αυτές! Έτσι βρέθηκαν στο ίδιο μυστηριώδες μέρος με τον λαγό, ευτυχώς χωρίς τη μάγισσα παρούσα. Όταν είδαν το αγαπημένο τους ζωάκι, οι καρδιές τους γέμισαν χαρά. Το πήραν αγκαλιά και άρχισαν να ψάχνουν για τη Μύριαμ και την Αριάννα.

Τις βρήκαν δεμένες, με τα χέρια τους σφιχτά δεμένα με σκοινί. Τις ελευθέρωσαν γρήγορα. Τα χέρια της Αριάννας ήταν γδαρμένα και πονούσε, όμως στάθηκε γενναία και δεν το έβαλε κάτω.
Καθώς προσπαθούσαν να βρουν την έξοδο, η μάγισσα τις εντόπισε. Τις έπιασε και τους έδεσε χέρια και πόδια. Τα κορίτσια ήταν τρομοκρατημένα. Ευτυχώς, η μάγισσα είχε έναν καλό σκύλο που τις λυπόταν και ήθελε να τις βοηθήσει. Αντίθετα, η κακιά της γάτα τις κλείδωσε καλά για να μην ξεφύγουν.

Λίγο αργότερα, η μάγισσα επέστρεψε κρατώντας ένα ποντίκι. Το έδωσε στα κορίτσια να το μυρίσουν και έπειτα το πέταξε στη γάτα για να το φάει. Τα κορίτσια ένιωθαν απελπισμένες. Δεν ήξεραν πώς να σωθούν. Τότε η γενναία Αριάννα, παρά τον πόνο της, κατάφερε σιγά σιγά να λύσει τα δεσμά της.

Με υπομονή και θάρρος ελευθέρωσε και τις αδελφές της. Μόλις στάθηκαν ξανά όρθιες, άρχισαν να ψάχνουν απεγνωσμένα για διέξοδο. Τελικά, η Μαρία εντόπισε μια μικρή πόρτα κρυμμένη πίσω από κάτι βράχια.
Η πόρτα τις οδήγησε στο βουνό. Κατέβηκαν προσεκτικά το μονοπάτι και, κουρασμένες αλλά ευτυχισμένες, έφτασαν στο σπίτι τους. Εκεί τις περίμενε μια ζεστή, αχνιστή σούπα στο τραπέζι.

Αγκαλιάστηκαν όλες μαζί, κρατώντας σφιχτά τον λαγό τους, ευγνώμονες που ήταν ξανά ενωμένες. Και από εκείνη τη μέρα, έμαθαν πως με αγάπη, θάρρος και συνεργασία μπορούν να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία.
- Ευθυμιοπούλου Ιωάννα
- Ζαννίκου Ελευθερία
- Ζαννίκου Μαρία
- Κυλαδίτη Αριέττα Άννα
- Παπαζή Μαρία
Η ΦΩΤΙΑ
Μια φορά και έναν καιρό ήταν δύο μικρά κορίτσια, η Μαρκέλλα και η Ιωάννα. Ήταν καλές φίλες αλλά και γειτόνισσες.
Μια μέρα του Ιούνη, μια φωτιά ξεκίνησε στο νησί από το πουθενά. Η φωτιά αυτή έκαψε χωριά, αρκετά χωριά. Ξεκίνησε από τον περιφερειακό δρόμο, έφτασε μέχρι το Δαφνώνα, τον Αγ. Γιώργη Συκούση και σε πολλά άλλα χωριά.
Έφτασε όμως και στον Βροντάδο, δηλαδή στην περιοχή που ήταν τα δύο κορίτσια. Όλη μέρα παρακολουθούσαν τα ελικόπτερα να περνούν πάνω από τα σπίτια τους.
Ξαφνικά το βράδυ ήρθε ενημέρωση ότι έπρεπε να φύγουν από την περιοχή. Ανησύχησαν πολύ, ετοιμάστηκαν γρήγορα και βγήκαν με τις οικογένειές τους έξω. Συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν και ξεκίνησαν να πάνε κάπου αλλού, ελπίζοντας να ξαναβρεθούν γρήγορα.
Η Ιωάννα πήγε στο σπίτι του ξαδέλφου της και η Μαρκέλλα στο άλλο σπίτι της κάπου κοντά. Όταν ηρέμησαν τα πράγματα αργά το βράδυ η Ιωάννα έκανε μια ευχή: «Να πάνε όλα καλά». Μετά από αυτό κοιμήθηκαν.
Όταν ξύπνησαν ήταν πια πρωί, η φωτιά δεν έκαιγε κοντά στα σπίτια τους οπότε επέστρεψαν εκεί με ασφάλεια.
Συναντήθηκαν ξανά χαρούμενες. Από τότε έζησαν αυτές καλές κι εμείς καλύτερα!
Ευθυμιοπούλου Ιωάννα
Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τέσσερις άντρες από την Βαρκελώνη, ο Λαμίν, ο Ντίας, ο Κάρλος και ο Ντέμο. Ετοιμάστηκαν και σάλπαραν για την Ιταλία. Στη μέση της διαδρομής συνάντησαν ένα κράκεν.
Ο Λαμίν όρμησε καταπάνω του και ξεσπασε μεγάλη μάχη! Ο Ντίας έριξε ένα δηλητηριασμένο βέλος στο κράκεν και ύστερα από λίγο εκείνο πέθανε και βυθίστηκε πάλι στην θάλασσα.
Το ίδιο βράδυ όμως ο Ντέμο και ο Κάρλος διαπίστωσαν ότι το πλοίο είχε πάθει ζημιές και έμπαζε νερά! Οι γενναίοι άντρες έτρεξαν να καλύψουν τις ρωγμές και να επισκευάσουν ό,τι είχε χαλάσει.

Το πρωί όλα φαίνονταν να είναι καλά, όμως ξαφνικά προέκυψε ένα άλλο πρόβλημα: εμφανίστηκαν καρχαρίες που γύριζαν γύρω γύρω από το καράβι απειλώντας ότι θα το αναποδογυρίσουν!! Τότε, ο Κάρλος, που ήταν ο πιο ψύχραιμος, έριξε στη θάλασσα δολώματα που είχαν μέσα τους υπνωτικό, για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τον κίνδυνο. Οι καρχαρίες έπεσαν στην παγίδα, έφαγαν τα δολώματα και αμέσως ναρκώθηκαν.

Τέλος, μετά από πολλές μέρες, οι τέσσερις άντρες έφτασαν με ασφάλεια στην Ιταλία. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Οι μαθητές της Γ΄Τάξης:
Νικόλαος Λοίζος, Μανώλης Τουνισσίδης, Γιώργος Μανάρας και Νικόλαος Αντωνίου
«Το μαγικό πλοίο»
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν πέντε παιδιά. Τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι. Τα κορίτσια τα λέγανε Μαρίνα, Σάιρα, Αμαλία, Όλια και το αγόρι το λέγανε Καπετάν στέφανο. Είχαν πάει μία βόλτα στο δάσος.
Ξαφνικά είδαν από ένα μεγάλο δέντρο να κρέμεται ένα φαναράκι που ήταν το σπίτι μιας νεράιδας. Η νεράιδα βγήκε από το φαναράκι της , γιατί άκουσε τις φωνές των παιδιών. Όταν τα είδε τους είπε «Ξέρω να σας οδηγήσω σε μία μαγική πύλη». Τα παιδιά ακολούθησαν τις οδηγίες της νεράιδας της φύσης. Τους οδήγησε σε μία μαγική πύλη. Πέρασαν μέσα από τη μαγική πύλη και βρέθηκαν σε ένα μαγικό νησί με πολλά φυτά και δέντρα που ήταν χρωματιστά. Εκεί συνάντησαν τη νεράιδα της θάλασσας.
Αυτή τους οδήγησε σε μια κρυστάλλινη θάλασσα, που απλωνόταν πάνω από την απέραντη, γνώριμη θάλασσα∙ κι από τα νερά της ξεχυνόταν ένα λαμπερό, απόκοσμο φως. Τα παιδιά βούτηξαν και κατάλαβαν ότι μπορούσαν να αναπνέουν κάτω από το νερό. Κολυμπούσαν πολλή ώρα μέσα στη θάλασσα μέχρι που βρήκαν ένα ναυαγισμένο κρουαζιέρόπλοιο. Μπήκαν μέσα στο κρουαζιερόπλοιο και βρήκαν ότι ήταν γεμάτο με κρεβάτια, ψυγεία, καναπέδες και πουφ.
Επειδή ήταν πολύ αργά πήγανε στα κρεβάτια να κοιμηθούνε. Τότε συνάντησαν μια γριά, χοντρή, κακιά νεράιδα. Η νεράιδα τους είπε «Ακολουθήστε με και δεν θα το μετανιώσετε». Είχε φίδια αντί για μαλλιά και τους χαμογελούσε πονηρά. Την ακολούθησαν μέχρι που φτάσανε σε μία ατσάλινη πόρτα με ατσάλινα αγκάθια. Η νεράιδα άνοιξε την πόρτα και είπε στα παιδιά να μπούνε μέσα. Ξαφνικά η νεράιδα έκλεισε την πόρτα και τους είπε « Τα λέμε…» Τα παιδιά κοίταξαν το δωμάτιο. Αμέσως μετά εμφανίστηκε ένα γιγάντιο τέρας που είχε κεφάλι φιδιού και σώμα λιονταριού. Τα παιδιά κατατρόμαξαν και έτρεξαν να σωθούν αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Ξαφνικά με ένα μεγάλο χτύπημα, η πόρτα άνοιξε. Τότε σάλπαραν για να φτάσουν γρήγορα στα σπίτια τους.
Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Οι μαθήτριες της Γ΄ Τάξης:
Σέβη Κωστάλα, Ευαγγελία Σταματινού, Μαρία Ζαννίκου, Ειρήνη Βασιλάκη και Μαρκέλλα Γεωργούλη











