Το Παράξενο Περιστέρι
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία παιδιά, ο Λάζαρος, η Ζηνοβία και η Φανή. Κάθε μέρα πήγαιναν να εξερευνήσουν το δάσος. Μια μέρα, καθώς έπαιζαν κρυφτό πίσω από τα δέντρα, ο Λάζαρος άκουσε κάτι παράξενους ήχους και ήταν περίεργος να δει από πού έρχονται. Σε λίγα λεπτά εξαφανίστηκε, χωρίς κανένας να καταλάβει κάτι. Η Ζηνοβία και η Φανή αγχώθηκαν. Έψαχναν για τον Λάζαρο αλλά δεν τον έβρισκαν πουθενά. Βράδιασε και πήγαν σπίτια τους. Αλλά το επόμενο πρωί πήγαν πάλι στο δάσος να ψάξουν για τον
Λάζαρο. Είχαν απελπιστεί, όταν είδαν ένα περιστέρι που δεν ήταν σαν τα άλλα. Τους προκαλούσε να το ακολουθήσουν. Το περιστέρι τους οδήγησε βαθιά στο δάσος. Είδανε τον Λάζαρο ξαπλωμένο στον κορμό ενός δέντρου και το πόδι του φαινόταν να έχει τραυματιστεί.
- Τι έπαθες; Τον ρώτησαν.
- Όταν παίζαμε κρυφτό, άκουσα κάτι παράξενους ήχους. Είχα την περιέργεια να βρω τι είναι αυτοί οι ήχοι. Ακολούθησα λοιπόν τους ήχους, αλλά οδηγήθηκα βαθιά στο δάσος και χάθηκα. Όταν βράδιασε, καθώς έψαχνα κάπου να κοιμηθώ, σκουντούφλησα σε ένα κλαδί, έπεσα και λιποθύμησα. Από κείνη την ώρα δεν μπορούσα να κουνηθώ.
Οι φίλες του τον βοήθησαν να σηκωθεί και να περπατήσει. Κανείς τους δεν γνώριζε πώς να βγουν από το δάσος. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε πάλι το
περιστέρι και τους οδήγησε έξω από το δάσος. Πήγανε αμέσως στα σπίτια τους και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Στυλιανός Ζαννίκος
Μιχαήλ Μητσός
Μιχαήλ Αγγελίδης
Σταύρος Τσούρος
Οι Πρωταθλητές του Πόλο και το Μυστικό των Βαμπίρ
Μια φορά κι έναν καιρό, ο Μιχάλης και ο Γιώργος ήταν δύο αχώριστοι φίλοι που λάτρευαν το πόλο. Μια Τετάρτη, η ομάδα τους, έπαιζε αντίπαλη με μια πολύ δύσκολη ομάδα σε έναν πολύ κρίσιμο αγώνα. Ο Μιχάλης είχε αναλάβει τη θέση του τερματοφύλακα, ενώ ο Γιώργος έπαιζε ως φουνταριστός.
Ο αγώνας ήταν εξαιρετικά δύσκολος. Ο Νίκος κατάφερε να βάλει πολλά γκολ, όμως η τύχη δεν ήταν με το μέρος των δύο φίλων εκείνη τη μέρα. Ο Γιώργος αναγκάστηκε να γίνει αλλαγή επειδή τον χτύπησαν σκληρά, ενώ ο Μιχάλης δέχτηκε την μπάλα με δύναμη στο κεφάλι. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους το βράδυ, ήταν και οι δύο πολύ λυπημένοι.
Την επόμενη μέρα όμως, όλα άλλαξαν. Στον επαναληπτικό αγώνα στην πισίνα, ο Γιώργος έβαλε πολλά γκολ χαρίζοντας στην ομάδα του την νικη ενώ απο το τέρμα του Μιχαλη δεν πέρασε ούτε μια φορά η μπάλα . Η εμφάνισή τους ήταν τέλεια και έτσι, όταν γύρισαν σπίτι, ήταν γεμάτοι χαρά και ικανοποίηση.
Όμως, η ευτυχία τους κόπηκε απότομα. Οι γονείς τους είχαν εξαφανιστεί! Έντρομα, τα δύο παιδιά έτρεξαν στην αστυνομία για να ζητήσουν βοήθεια, αλλά εκεί τους περίμενε μια εφιαλτική αποκάλυψη: οι αστυνομικοί είχαν μεταμορφωθεί σε βαμπίρ!
Άρχισε ένα κυνηγητό που κράτησε μέρες. Μετά από μεγάλη προσπάθεια, ο Μιχάλης και ο Γιώργος κατάφεραν τελικά να βρουν τους γονείς τους. Η αλήθεια όμως ήταν τραγική: είχαν γίνει και εκείνοι βαμπίρ. Στην αρχή φοβήθηκαν κ σκέφτηκαν να το βάλουν στα πόδια, όμως βλέποντας έτσι τους γονείς είπαν κ οι δυο μαζί , «πρέπει να βρούμε μια λύση εμείς είμαστε πολίστες δεν τα παρατάμε.» Τότε ο Μιχάλης είχε μια ιδέα:
«Γιώργο, τα βαμπίρ φοβούνται το νερό της πισίνας!»
Πήραν γρήγορα τα παγούρια τους και έβρεξαν τους γονείς τους με το νερό που είχαν φέρει από το κολυμβητήριο. Ξαφνικά, το κακό ξόρκι λύθηκε! Οι γονείς τους έγιναν πάλι καλά, τα βαμπίρ εξαφανίστηκαν και όλοι μαζί γύρισαν στο σπίτι ασφαλείς. Οι δύο φίλοι ήταν πλέον οι ήρωες της πόλης!
Αγγελίδης Μιχαήλ & Γεώργιος Μαθιούδης
Οι Μάγισσες του Μαγισσόλακου
Κάποτε σε ένα μικρό χωριό τη Μαγισσούπολη υπήρχαν τέσσερεις νεαρές μάγισσες , που οι γονείς τους ήταν αυτοί που ελευθέρωσαν τη Μαγισσούπολη από τις τρεις κακές μάγισσες του Μαγισσόλακου.
Ααααχ! Ξεχάσαμε να σας πούμε τα ονόματα μας!
-Εγώ είμαι η Γουίλα Γουόρντ , ενώ οι φίλες μου είναι η Γουάντα Ροκ , η Γουίντα Ζοκ και η Μπέλα Κόντρατ.
Αυτές ήταν αχώριστες και ατρόμητες . Ένα βράδυ έπεσε μια μεγάλη κατάρα στη Μαγισσούπολη . Οι άνθρωποι όλοι πάγωσαν… Κατόπιν όμως οι μάγισσες του Μαγισσόλακου πήγαν γρήγορα σε ένα ολόμαυρο σπίτι , το πιο κακό από όλα , το είδαν , το ξαναείδαν αλλά δεν τους θύμιζε τίποτα.
-Γεία σας, εγώ είμαι η Γουίντα Ζόκ , οι γονείς μου είναι οι πιο σπουδαίοι μάγοι , είχαν βγει έξω ένα βράδυ και τους είδε ο κακός μάγος , αυτοί όμως δεν τον είδαν . Τέλος η δική μου ιστορία , ακούστε τώρα τις ιστορίες των φίλων μου.
-Εγώ είμαι η Γουάντα Ροκ , και οι δικοί μου γονείς ήταν πολύ σπουδαίοι μάγοι ή όχι ψέματα , ήταν οι δυο πιο ισχυροί μάγοι σε όλη την πόλη. Τέλος πάντων , ας σας πω τώρα την ιστορία μου.
Εδώ και έναν μήνα οι γονείς μου μαζί με τους γονείς της Γουίλα Γουόρντ ,της Γουάντα Ροκ και της Μπέλα Κοντραντ είχαν εξαφανιστεί για πάρα πολύ καιρό, όμως δεν ξέρουμε για πιο λόγο γιατί δεν έχουν δώσει ως τώρα σημάδια ζωής . Γι αυτό οι τέσσερεις μικρές μάγισσες της Μαγισσούπολης ξεκίνησαν το μακρινό τους ταξίδι για να σώσουν την πόλη τους από τις κακές μάγισσες του Μαγισσόλακου . Εκείνο το βράδυ ετοίμασαν τα πράγματά τους γιατί η επόμενη μέρα θα ήταν πολύ κουραστική. Το βράδυ κύλησε ήρεμα.
Την επόμενη μέρα…
-Είσαστε όλοι έτοιμοι; , ρώτησε η Γουίλα .
-Εννοείται! , απάντησαν με μια φωνή τα άλλα τρία μαγισσάκια.
-Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τη δράση!
Οι μικρές, μα γενναίες μάγισσες πέρασαν από λόφους , βουνά , πόλεις και χωριά , λίμνες και ποτάμια. Πέρασαν μέρες πολλές , μέχρι που μια μέρα έφτασαν ακριβώς πάνω από το Μαγισσόλακο. Τότε με μια φωνή είπαν όλες μαζί γεμάτες ενθουσιασμό : « Κορίτσια φτάσαμε, ώρα για δράση!» Καθώς πετούσαν πάνω στις μαγικές τους σκούπες είδαν κάτω όλους τους κακούς μάγους να γλεντούν όλοι μαζί . Χωρίς να χάσουν χρόνο , πέταξαν όσο πιο χαμηλά μπορούσαν και τους έριξαν ένα μαγικό φίλτρο , που τους μετέτρεψε όλους σε καλούς μάγους. Έτσι την επόμενη μέρα επέστρεψαν στο χωρίο τους και εκεί συνάντησαν τους γονείς τους , οι οποίοι είχαν επιτρέψει απογοητευμένοι γιατί δεν είχαν βρει το Μαγισσόλακο. Τότε τα θαρραλέα κορίτσια τους , τους εξήγησαν ότι κατέφεραν να μετατρέψουν τους κακούς μάγους σε καλούς και δεν είχαν πια κάτι να φοβούνται. Οι γονείς τους ήταν τόσο περήφανοι , που με δάκρυα στα μάτια αγκαλιάστηκαν οι μαζί. Από τότε όλοι ζούσαν χαρούμενοι και ασφαλείς στην πόλη χάρη στις ατρόμητες μάγισσες .
Άλλωστε όλα μπορούμε να τα καταφέρουμε όταν είμαστε ενωμένοι και πιστεύουμε στον εαυτό μας!
Συγγραφείς : Καραμπουρνιώτη Μαρκέλλα , Κοτατή Κυριακή
Κριτούλη Βασιλική & Κωνσταντά Μαρία
Οι τρεις Κυνηγοί
Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσαν τρεις φίλοι κυνηγοί που επιθυμούσαν πάντα το καλό. Μια μέρα αποφάσισαν να πάνε εκδρομή στο δάσος. Ένα πρωινό, ο ένας από αυτούς βγήκε για έναν περίπατο ανάμεσα στα δέντρα.
Καθώς περπατούσε, συνάντησε ένα βαμπίρ που σκόρπιζε φόβο και τρόμο σε όλο το δάσος. Εκείνος όμως δεν δείλιασε. Το πλησίασε με θάρρος και το ρώτησε πώς το λένε.
«Με λένε Φόβο», απάντησε το βαμπίρ.
Τότε ο κυνηγός το ρώτησε: «Γιατί βασανίζεις όσους ζουν σε αυτό το τόσο όμορφο και γεμάτο χρώματα δάσος;»
Και το βαμπίρ αποκρίθηκε: «Γιατί θέλω να νικήσω την ομορφιά».
Ο κυνηγός στάθηκε απέναντί του και είπε με αποφασιστικότητα: «Δεν θα το επιτρέψω αυτό, γιατί έχω συμμάχους μου το θάρρος και την ελπίδα».
Μόλις τελείωσε η κουβέντα τους, το δάσος πάγωσε για μια στιγμή, σαν να κρατούσε την ανάσα του. Το βαμπίρ χαμογέλασε σκοτεινά και προχώρησε ένα βήμα μπροστά.
«Θα δούμε αν το θάρρος σου είναι αρκετό», είπε με βαριά φωνή.
Ο κυνηγός στάθηκε ακίνητος, αλλά μέσα του ένιωθε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Παρ’ όλα αυτά, δεν υποχώρησε. Θυμήθηκε τους φίλους του, την καλοσύνη που τους ένωνε και την ομορφιά του δάσους που άξιζε να προστατευτεί.
Ξαφνικά, ένα απαλό φως άρχισε να απλώνεται γύρω του. Ήταν η ελπίδα που κουβαλούσε μέσα του. Το σκοτάδι γύρω από το βαμπίρ άρχισε να υποχωρεί.
Το βαμπίρ έκανε πίσω, τα μάτια του γεμάτα απορία. «Τι είναι αυτό;» ψιθύρισε.
«Είναι αυτό που δεν μπορείς να νικήσεις», απάντησε ο κυνηγός. «Το θάρρος και η ελπίδα».
Το φως δυνάμωσε ακόμη περισσότερο και το δάσος γέμισε ξανά χρώματα και ζωή. Το βαμπίρ, ανήμπορο μπροστά σε αυτή τη δύναμη, χάθηκε σιγά σιγά μέσα στις σκιές.
Ο κυνηγός χαμογέλασε και γύρισε πίσω στους φίλους του, γνωρίζοντας πως όσο υπάρχει θάρρος και ελπίδα, το καλό θα βρίσκει πάντα τον δρόμο του.
Συμπέρασμα: Το θάρρος και η ελπίδα πάντα νικούν.
Λαδικός Στέλιος, Μαθιούδης Κωνσταντίνος, Μαθιούδης Γεώργιος και Καλιμανάς Λάμπρος





