ΝΕΜΕΣΙΣ
-Γιατί με έφτιαξες; ρώτησε τον άνθρωπο ο κλώνος
-Μα, για να εξασφαλίσω με βεβαιότητα την υγεία μου, του απάντησε εκείνος
Και τότε ο κλώνος κατάλαβε τον εγωισμό του δημιουργού του.
-Έχεις προσπαθήσει να με νιώσεις; ξαναρώτησε ο κλώνος
-Μα, δεν το θεωρώ απαραίτητο, απάντησε ο σοφός πλάστης του.
Και τότε ο κλώνος αντιλήφθηκε την απουσία της ενσυναίσθησης.
-Γιατί τα συναισθήματα, τα όνειρα και οι προσδοκίες μου, σου είναι τόσο αδιάφορα; επέμεινε ο κλώνος
-Μα, είσαι μέσο αναλώσιμο, μη με ζαλίζεις με σκέψεις αδιέξοδες, τον επέπληξε ο πολυμήχανος
Και τότε ο κλώνος ένιωσε γιατί της κοινωνίας το πιθάρι ξέχειλο είναι από αδικία, ωφελιμισμό και ανισότητα.
-Γιατί τα νάματα της Φιλοσοφίας δε σε έχουν αγγίξει; με λύπη ο κλώνος επανήλθε
-Μα, η εμβάθυνση η φιλοσοφική σε τίποτε εξαργυρώσιμο δεν οδηγεί, αποφάνθηκε ο οξύνους
Και τότε ο κλώνος μέτρησε το βάθος της επιπολαιότητας και της ματαιότητας της ζήσης της ανθρώπινης.
-Κάθε Ύβρις καταλήγει και σε μια Νέμεσιν, ξέσπασε ο κλώνος και δακρυσμένος στράφηκε στον χαμό του τον εκούσιο.
1-4-2026 Κεσσές Σταμάτιος ΠΕ02
