ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 21

ΑΠΟ: ΤΣΟΥΚΝΑΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ - Ιουλ• 13•21
ΕΙΠΑΝ  ΓΙΑ ΤΗΝ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  ΤΟΥ  21

ΕΙΠΑΝ  ΓΙΑ ΤΗΝ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  ΤΟΥ  21

Όταν το 1806 0 σπουδαίος γάλλος φιλέλληνας Σατωβριάνδος  έφτασε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη. Η ομορφιά του τόπου τον μάγεψε, όμως τίποτα δεν του θύμιζε το αρχαίο ελληνικό μεγαλείο. Τα μνημεία έφεραν έντονα τα σημάδια της καταστροφής και της εγκατάλειψης, ενώ αξιοθρήνητοι ραγιάδες είχαν πάρει τη θέση του Λεωνίδα και των άλλων σημαντικών προσωπικοτήτων που είχε μάθει από την Ιστορία.

Στην Κόρινθο είχε γίνει μάρτυρας ενός φρικτού επεισοδίου: Ο Τούρκος διοικητής χρησιμοποίησε ως ζωντανό στόχο έναν ραγιά χωρικό για να δοκιμάσει το όπλο του! Κι όταν ο δύστυχος χωρικός κλαίγοντας ρώτησε σε τι είχε φταίξει, εισέπραξε και βουρδουλιές.

Απογοητευμένος, έγραψε στο «Οδοιπορικό» του ότι το βάρος του δεσποτισμού έχει συνθλίψει τους Έλληνες, ότι οι κατακτητές τους έχουν αλλοιώσει έτσι ώστε «αν κάποτε ελευθερωθούν από την τυραννία δεν θα μπορέσουν να σβήσουν σε μια στιγμή το σημάδι από τα δεσμά τους».

Ήταν λοιπόν μεγάλος ο ενθουσιασμός του όταν ξέσπασε ορμητική η Επανάσταση του 1821, καθώς παρακολουθούσε τις επιτυχίες και τις θυσίες των εξεγερμένων. Το 1825 έγραψε το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος», με το οποίο προσπαθούσε να ανασκευάσει τα επιχειρήματα των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων και να αλλάξει την εχθρική προς τους αγωνιζόμενους Έλληνες στάση τους. Έγραψε μεταξύ άλλων:

«Δεν επιτρέπεται πλέον να περιφρονούμε ένα έθνος που απέδειξε ότι έχει τόσο σφοδρό έρωτα προς την πατρίδα και την ελευθερία. Διότι, αν ήταν δόλιο και διεφθαρμένο, θα ήταν αδύνατον να είναι συγχρόνως και τόσο ανδρείο. Οι Έλληνες με την ανδρεία τους υφίστανται και πάλι ως έθνος, κι αφού αρνήθηκε η διπλωματία να αναγνωρίσει τη νομιμότητά τους, επικαλέστηκαν τη δόξα με τα όπλα τους.

Λέτε πως οι Έλληνες έχουν ελαττώματα, αλλά ποιο έθνος δεν έχει; Κι εμάς τους Γάλλους ( αν και είμαστε δικαιότεροι στις κρίσεις μας για τα άλλα έθνη, από ό,τι τα άλλα έθνη στις κρίσεις τους για εμάς) κι εμάς, λέω, πώς μας παρουσιάζουν οι ιστορικοί της Μεγάλης Βρετανίας;  Ωστόσο στον παρόντα αγώνα των Ελλήνων προς τους Τούρκους δεν πρόκειται να κρίνουμε τις αρετές των δύο αυτών λαών, αλλά καλούμαστε να κρίνουμε αν είναι δίκαιος ο αγώνας των Ελλήνων.

Μην συκοφαντείτε λοιπόν τους Έλληνες, αφού στην ουσία δεν θέλετε να τους βοηθήσετε, μην στρέφεστε εναντίον τους, για να δικαιώσετε τη φιλία σας προς τον δήμιό τους…».

 

Γράφει στα «Απομνημονεύματά» του ο Μακρυγιάννης αναφερόμενος στην ανάγκη του ανθρώπου να ζει με αξιοπρέπεια, χωρίς βία και καταπίεση:

«Έγινα ως δεκατέσσερων χρονών και πήγα εις έναν πατριώτη μου εις Ντεσφίνα. Ήταν γιορτή και πανηγύρι τ” Αγιαννιού. Πήγαμεν εις το πανηγύρι· μόδωσε  το  ντουφέκι του να το βαστώ. Εγώ θέλησα να το ρίξω, ετζακίστη (θέλησε να πυροβολήσει, όμως το όπλο καταστράφηκε). Τότε µ” έπιασε σε όλον τον κόσμο ομπρός και με πέθανε εις το ξύλο. Δεν µ” έβλαβε (πείραξε) το ξύλο τόσο, περισσότερον η ντροπή του κόσμου. Τότε όλοι  τρώγαν και πίναν και εγώ έκλαιγα. Αυτό το παράπονον δεν ηύρα άλλον κριτή να το ειπώ να με δικιώσει, έκρινα εύλογον να προστρέξω εις τον ΑϊΓιάννη, ότι εις το σπίτι του μόγινε αυτήνη η ζημιά και η ατιμία. Μπαίνω την νύχτα μέσα εις την εκκλησιά του και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες· τ” είναι αυτό οπούγινε σ” εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν; Και τον περικαλώ να μου δώσει άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα (αυτά θα του έδιναν τη δυνατότητα να αποφύγει παρόμοιους εξευτελισμούς στο μέλλον και να ζει αξιοπρεπώς) και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλέςφωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον.»

 

Ο Κολοκοτρώνης στην ιστορική ομιλία του σε μαθητές στην Πνύκα διευκρινίζει το είδος της τολμηρής «τρέλας» που είχε κυριεύσει τους επαναστάτες, επισημαίνοντας πάντως και το αδύναμο σημείο τους, τη διχόνοια:

«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. […]

…ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ” αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει.»

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε…

 

 

Ο Διονύσιος Σολωμός στον περίφημο και πολυδιαβασμένο από Έλληνες και ξένους «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», ο οποίος είναι και ο Εθνικός μας Ύμνος, οραματίζεται και προσωποποιεί τη μορφή της Ελευθερίας  περιγράφοντας την  με ολοζώντανες  εικόνες:

  1. Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψι
    τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
    σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψι
    ποὺ μὲ βία μετράει τὴν γῆ.
  1. Ἀπ’ τὰ κόκαλα βγαλμένη
    τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
    καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
    χαῖρε, ὦ χαῖρε, Ἐλευθεριά! […]

 

  1. Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
    ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
    νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
    ἄλλα χέρια δυνατά.
  2. Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
    ἐξανάλθες μοναχή·
    δὲν εἴν” εὔκολες οἱ θύρες
    ἐὰν ἡ χρεία τὲςκουρταλῇ.[…]

 

82. Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποὺ ὅτι θέλεις ἠμπορεῖς.
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.[…]

 

  1. Ἅ, τὸ φῶς ποὺ σὲ στολίζει,
    σὰν ἡλίου φεγγοβολῆ,
    καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
    δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ.
  2. Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
    χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
    φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
    κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.
  3. Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
    τρία πατήματα πατᾷς,
    σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
    κι εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς.

 

 

 

 

Προεπαναστατικά,  ο  Ρήγας Βελεστινλής καλεί με τον  «Θούριό»  του  τους υπόδουλους Έλληνες να ξεσηκωθούν περιγράφοντας τη σκλαβιά στην οποία ζουν:

«Τί σ΄ ὠφελεῖ ἂν ζήσης, καὶ εἶσαι στὴ σκλαβιά,
Στοχάσου πὼς σὲ ψένουν καθ΄ ὤραν στὴ φωτιά.
Βεζύρης, Δραγουμάνος, Ἀφέντης κι΄ ἂν σταθῆς,
Ὁ Τύραννος ἀδίκως, σὲ κάμει νὰ χαθῆς.
Δουλεύεις ὂλ΄ ἡμέρα, σὲ ὅ,τι κι΄ ἂν σοὶ πῆ,
Κι΄ αὐτὸς πασχίζει πάλιν, τὸ αἷμα σου νὰ πιῆ.»

για να καταλήξει στο τέλος του ποιήματος:

 «Ὁ Κόσμος νὰ γλυτώση, ἀπ΄ αὔτην τὴν πληγή,
Κ΄ ἐλεύθεροι νὰ ζῶμεν, ἀδέλφια εἰς τὴν Γῆ.»

 

Ο Βίκτωρ Ουγκώ με ενθουσιασμό δηλώνει την επιθυμία του στο ποίημά του Enthousiasme”:

«Στην Ελλάδα! Στην Ελλάδα! Εμπρός τώρα είναι η ώρα…

Ύστερα από το αίμα των μαρτύρων πρέπει τώρα

Και το αίμα των δημίων να χυθεί το μιαρό…

Στην Ελλάδα! Τιμωρία, φίλοι μου, κι Ελευθερία!»

 

 

Η λαϊκή μούσα εκφράζει την περηφάνια της για τους εξεγερμένους κλέφτες σε έναν υπέροχο ποιητικό διάλογο ανάμεσα σε δύο βουνά:

 «Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος,τα δυο βουνά μαλώνουν
το ποιο να ρίξει τη βροχή,το ποιο να ρίξει χιόνι.
Ο Κίσσαβος ρίχνει βροχή κι οΌλυμπος το χιόνι.

Γυρίζει ο γερο Όλυμπος και λέγει του Κισσάβου:
Μη με μαλώνεις Κίσσαβε, μπρε τουρκοπατημένε,
που σε πατάει η Κονιαριά κι οι Λαρσινοί αγάδες.

Εγώ είμ’ ο γερο Όλυμπος στον κόσμο ξακουσμένος,
έχω σαράντα δυο κορφές κι εξήντα δυο βρυσούλες,
κάθε κορφή και φλάμπουρο κάθε κλαδί και κλέφτης.»

 

 

Ο επαναστατημένος ελληνικός λαός δηλώνει απερίφραστα τη θέλησή του για δημοκρατική διακυβέρνηση του αναδυόμενου ελληνικού κράτους  στο Σύνταγμα της Τροιζήνας:

«5. Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού. […]

7. Όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον των νόμων.

 8. Όλοι οι Έλληνες είναι δεκτοί, έκαστος κατά το μέτρον της προσωπικής του αξίας, εις όλα τα δημόσια επαγγέλματα, πολιτικά και στρατιωτικά.[…]

12. Η ζωή, η τιμή και τα κτήματα εκάστου, εντός της επικρατείας ευρισκομένου, είναι υπό την προστασίαν των νόμων.»

Σχολιάστε

Top