“Επαινος Συμμετοχής των μαθητών της Δ’τάξης, στον 8ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Συγγραφής Παραμυθιού 2023- 24 με θέμα: » Ένα ουράνιο τόξο στην αυλή μου».

 

ΕΠΑΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ“Επαινος Συμμετοχής των μαθητών της Δ’τάξης του σχολείου μας,, με υπεύθυνη εκπ/κό, την κα Μαγδαληνή Μίνη, στον 8ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Συγγραφής Παραμυθιού 2023- 24 με θέμα: » Ένα ουράνιο τόξο στην αυλή μου». Παραμύθι εμπνευσμένο από την Μικρασιατική Καταστροφή…

 

Σμύρνη – Ένα ουράνιο τόξο στη αυλή μου

Άλλη μια δύσκολη μέρα ξημέρωσε! Η έκτη μέρα, που με κυνηγάει ανελέητα ο σκύλος του συμπαθή Τούρκου, του Μουσταφά, που μένει στο διπλανό σπίτι! Πάλι θα κάνουμε τη γνωστή «πρωινή μας γυμναστική»!

Α!!! Συγγνώμη που ήμουν αγενής! Ξέχασα να συστηθώ! Ονομάζομαι  Γάτος. Είμαι δύο χρονών και διαθέτω φουντωτό τρίχωμα στο χρώμα του πυρός, που λάμπει, όταν αντανακλά ο εκτυφλωτικός ήλιος πάνω μου. Τα μάτια μου είναι μπλε, σαν τον ουρανό που χρωματίζει ο Θεός! Και ζω στην πανέμορφη Σμύρνη!

Οι καλύτεροι μου φίλοι είναι η Αστρήκ η όμορφη Αρμένισσα, με  χείλη στο χρώμα του κατακόκκινου ροδιού, ο Κωστής, ο Πόντιος μουσικός και ο Γιώργος ο Σεφεριάδης με το χαρτί και το μολύβι του. Ο Γιώργης κι αν λατρεύει τις γάτες!!!

Κάποτε θα γίνει ένας πολύ σπουδαίος ποιητής!

Καθημερινά συναντιέμαι με την Αστρήκ, στο Πάρκο της Χαράς. Εκείνη με χαϊδεύει τρυφερά στο κεφάλι κι εγώ της χαμογελάω γεμάτος ικανοποίηση, νιαουρίζοντας. Της αρέσει να τραγουδάει μαζί με τον Κωστή που παίζει τόσο μελωδικά τη λύρα του. Δε χορταίνω να τους χαζεύω και να τους ακούω.

Ένα ηλιόλουστο πρωινό, φόρεσα το κομψό καπελάκι μου κι  επισκεφτήκαμε την πολυσύχναστη αγορά της πόλης για να αγοράσουμε λαχταριστά ψάρια. Στην ελκυστική πόλη μου οι άντρες κυκλοφορούν καλοντυμένοι, με τα φινετσάτα σακάκια τους και οι γυναίκες ξεχωρίζουν με τα εύμορφα φορέματά τους, με τα μαργαριταρένια κουμπιά και τις μοδάτες ομπρέλες.

Η Σμύρνη είναι μοναδική πόλη! Χαιρετάμε τους πάντες και απολαμβάνουμε κάθε στιγμή. Ζούμε σε ένα «μικρό Παρίσι» γεμάτο κόσμο από όλον τον κόσμο, μουσικές, έντονη φύση και μυρωδιές που αναδύονται από τους μεγάλους φούρνους που πουλάνε φρέσκο ψωμί.

Το μεσημέρι επιστρέψαμε στο μεγάλο σπίτι της Αστρήκ και καθίσαμε στο μπαλκόνι ακούγοντας τον ήχο από τις φλιτζάνες και τις κουτάλες της γιαγιάς της, που «πάλευε» στην κουζίνα, και παρατηρούσαμε τη μεγαλόπρεπη πόλη από ψηλά…

Ο ήλιος έλαμπε τόσο πολύ και άστραφτε στον ουρανό.

Πέρασε η ώρα…

Κι αδημονούσα να συναντηθώ με τον Γιώργη. Με τα τέσσερα ποδαράκια μου κατευθύνθηκα προς την Προκυμαία του «Και» . Πόσο μ’ άρεσε να περιπλανιέμαι με τον αγαπημένο μου φίλο στο λιμάνι παρατηρώντας τις βάρκες να αρμενίζουν πάνω στις υδάτινες γλώσσες της θάλασσας, που έμοιαζαν σαν να τις χαζεύουν.

Εκεί αντίκρισα τον Γιώργη που έγραφε πάλι, ένα ποίημα για τον πόλεμο. Το χαρτί το πήρε ο άνεμος! Έτρεξα να το πιάσω αλλά δεν τα κατάφερα. Το σήκωσε ένας ταλαιπωρημένος Έλληνας στρατιώτης. Το διάβασε και βούρκωσε, λυπημένος.

Σκοτείνιασα…

Παρατηρούσα τα μεγάλα πλοία να επιβιβάζουν και να αποβιβάζουν ανθρώπους! Παρόλο που δεν μπορούσα να μιλήσω, ο Γιωργής με συναισθανόταν! Ένιωσε την ανησυχία μου και μου χάιδεψε καθησυχαστικά τη μουσούδα!

Την επόμενη μέρα, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δε συνάντησα στο Πάρκο της Χαράς, ούτε τον Κωστή, ούτε την Αστρήκ αλλά ούτε και τον Γιώργη. Ήμουν πολύ ταραγμένος! Πού είχαν πάει άραγε όλοι;

Ξαφνικά, από το πουθενά, ακούστηκαν κραυγές και βομβαρδισμοί. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένος. Φωτιές και καπνοί κάλυψαν τον ουρανό της πόλης. Άρχισα να τρέχω κι εγώ, αυτή τη φορά όχι γιατί με κυνηγούσε ο σκύλος του Μουσταφά, αλλά από φόβο! Μέχρι που βρήκα ένα παλιό σεντούκι και μπόρεσα να κρυφτώ μέσα.

Καθώς οι ώρες περνούσαν, η ανησυχία μου γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη! Τι μπορούσε να κάνει ένα μικρό γατάκι σαν κι εμένα, κλεισμένο σε ένα σεντούκι; Ήμουν μια θλιμμένη γάτα. Όμως αποφάσισα να ανοίξω τα μάτια μου και θαρραλέα να βγω από την κρυψώνα μου!

Αντίκρισα έναν ματωμένο ουρανό και μια ερειπωμένη Σμύρνη… Δεν έμενε κανένας πια εδώ. Οι γείτονες με τη λευκή ημισέληνο είχαν εξαφανίσει όλους τους φίλους μου, την οικογένειά μου!

Δεν άντεχα άλλο!!! Δεν άντεχα!! Η καρδιά μου πλημμύριζε με χιλιάδες άσχημα συναισθήματα… Ένας δυνατός θόρυβος με συντάραξε και μπήκα ξανά, στο ξύλινο σεντούκι! Ξαφνικά άρχισα να κουνιέμαι!

Με μετέφερε ένας εξαθλιωμένος στρατιώτης σε μια βάρκα για να σωθώ. Με δυσκολία τον αναγνώρισα! Ήταν ο ίδιος που είχε σηκώσει το χαρτί με τους στίχους του Γιώργη!

Ήρθε μαζί μου, με έβγαλε από το σεντούκι και με ακούμπησε σε ένα ζεστό μέρος της βάρκας, σκεπάζοντάς μέ, με μια απαλή κουβέρτα. Το ταξίδι ξεκίνησε, χωρίς να ξέρω τον προορισμό. Από μακριά διέκρινα, γεμάτος θλίψη, τα γκρεμισμένα σπίτια και τις βόμβες που έπεφταν από τον ουρανό.

Ακούστηκαν οι τέσσερις καμπάνες κι ένας στίχος μου ήρθε στον νου, κοιτάζοντας από μακριά τη Σμύρνη να μικραίνει…

« Αιώνες φαρμάκι…Γενιές φαρμάκι»… Από το ποίημα στο χαρτί του Γιώργη που το είχε πάρει ο άνεμος.

Χιλιάδες δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου…

Αντίκριζα το χαλαρωτικό νερό και ονειρευόμουν ότι σχηματίζει ένα χέρι που με οδηγεί, μαζί με τον στρατιώτη, στην Ελλάδα. Ταξιδεύαμε μέρες στην καταγάλανη θάλασσα και  συναντήσαμε χιλιάδες πρόσφυγες σε άλλες βάρκες, που έψαχναν κι αυτοί, ένα ασφαλές καταφύγιο για να ξεφύγουν από το κακό. Φτάσαμε σε ένα απέραντο νησί.

Το βράδυ ανάψαμε φωτιά και ξαπλώσαμε στις σκηνές.

Αποκοιμήθηκα…

Οι μέρες περνούσαν…Ο στρατιώτης με λυπήθηκε. Θυμήθηκε τα λόγια που είχε διαβάσει στο χαρτί του Γιώργη. Πήγε σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό και ανακοίνωσε επιτακτικά την επιθυμία μου: «Σταματήστε τον πόλεμο!!!»

Όλοι σταμάτησαν και έγιναν φίλοι! Ο πόλεμος είχε τελειώσει αλλά όχι ανώδυνα… Πολλοί είχαν χάσει τις οικογένειές τους κι εμείς τους βοηθήσαμε να νιώσουν συντροφικότητα και ζεστασιά.

Το επόμενο πρωί επιστρέψαμε ξανά στη Σμύρνη. Αμέσως έτρεξα στο εγκαταλελειμμένο σπίτι της Αστρήκ! Στον ζωγραφιστό ουρανό έλαμπε ένα ονειρεμένο ουράνιο τόξο που κατέληγε στην αυλή του σπιτιού.

Εκεί εμφανίστηκαν  κάτι παιδιά! Ήταν οι φίλοι μου! Η Αστρήκ με το ωραίο της φόρεμα και τα χείλη στο χρώμα του κατακόκκινου ροδιού, ο Κωστής με τη μελωδική ποντιακή του λύρα και ο Γιώργης με το κομψό κουστούμι του, το χαρτί και το μολύβι.

Έτρεξα προς το μέρος τους και κλαίγοντας, γιατί ήμουν ευαίσθητος γάτος, έπεσα στην αγκαλιά τους. Η ψυχή μου γέμισε από απεριόριστη χαρά αλλά όλα ήταν πια διαφορετικά. Τίποτα δε θύμιζε τη δική μας Σμύρνη.  Τότε βαλθήκαμε να τη φτιάξουμε για να ξαναγίνει η εύμορφη, εντυπωσιακή και χαρούμενη πόλη. Αυτή που τόσο αγαπούσα!

Η Σμύρνη έγινε πάλι ένα αγγελούδι και στο Πάρκο της Χαράς έλαμπε ακόμα περισσότερο το ουράνιο τόξο. Με εμάς να παίζουμε, ευτυχισμένοι κι ανέμελοι, κάτω από τον κρυστάλλινο ελληνικό ήλιο.

Oι μαθητές τη Δ’ τάξης: Δημήτρης Καραφυλλάκης, Σαργκής Ζαφειρούλης, Εβίνα Δούκα, Χάρης Γκαραμέτσης, Στεφάν Τομπουλιάν, Ζιράιρ Σιαμέζ, Εύα Αγκοπιάν.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης