
Το ποτήρι έσπασε στο πάτωμα κι εγώ μετρούσα τα κομμάτια.
Ένα, δύο, τρία…
Ήταν πιο εύκολο να μετράω τα γυαλιά παρά να ακούω τις φωνές. Θυμάμαι τις στενάχωρες στιγμές που βίωνα όταν οι γονείς μου τσακώνονταν κάθε βράδυ, μόλις ο πατέρας μου γύριζε από τη δουλειά. Οι φωνές γέμιζαν το σπίτι και εγώ προσπαθούσα να κρυφτώ μέσα στη σιωπή μου.
Στο σχολείο, οι συμμαθητές μου κορόιδευαν την απόμακρη συμπεριφορά μου, τον απότομο και αρνητικό χαρακτήρα μου, την αποστασιοποιημένη σχέση μου με τους άλλους.
Με ρωτούσαν: «Γιατί είσαι τόσο σιωπηλός;»
Κι εγώ απαντούσα με σοβαρό ύφος: «Δεν είμαι σιωπηλός. Απλώς έμαθα να συνυπάρχω με τη σιωπή».
Απορούσαν. Δεν ανταποκρίνονταν. Αποχωρούσαν.
Χρόνια μετά, γνώρισα μια ξέγνοιαστη και όμορφη γυναίκα που με αγάπησε, και την αγάπησα. Δέχτηκε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μου. Όμως αυτό δεν κράτησε για πολύ. Κάποια στιγμή αγανάκτησε. Δεν μπορούσε να δεχτεί το κλίμα αποξένωσης που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά μας και αποφάσισε να μου μιλήσει.
Με ρώτησε για τη συμπεριφορά μου, για τον χαρακτήρα μου, για το παρελθόν μου. Ποτέ πριν δεν είχα νιώσει πως κάποιος ενδιαφερόταν πραγματικά για τα συναισθήματά μου. Τότε πήρα την απόφαση να της αποκαλύψω την αλήθεια.
Κάθισα και της είπα όλα όσα ένιωθα. Της μίλησα για όσα συνέβαιναν στην οικογένειά μου όταν ήμουν παιδί. Για τις φωνές, για τα σπασμένα ποτήρια, για τη σιωπή που έγινε κομμάτι μου.
Με άκουσε. Κατάλαβε τον πόνο μου. Και κατάλαβε πως δεν ήμουν εγώ η αιτία της απόμακρης συμπεριφοράς μου.
Σιγά-σιγά άρχισα να αλλάζω. Όχι επειδή κάποιος με πίεσε, αλλά επειδή κάποιος με άκουσε. Και η ζωή μας εξελίχθηκε σε ένα παραμύθι με χαρούμενο τέλος.
Ι. Σ.
