Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σήμερα βεβαιώθηκα κι επίσημα πως ο κόσμος τρελάθηκε! Ξύπνησα γύρω στις δέκα , πήρα το πρωϊνό μου και κάθισα στο μπαλκόνι αγναντεύοντας το βασίλειο μου. Μα πόση ομορφιά; Σκέφτηκα να πάρω το άλογό μου και να κάνω μια βόλτα , μα τη σκέψη μου διέκοψε ένας υπηρέτης που μου είπε πως θέλει να με δει ένας υπήκοός μου. Ωχ! Τι να θέλει κι αυτός, συλλογίστηκα, μάλλον καμία χάρη σχετικά με τα χωράφια ή τα ζώα του. Τι άλλο θα μπορούσε να με θέλει; Έτσι λοιπόν τον δέχτηκα και τότε ήταν που έπαθα την πλάκα της ζωής μου. Άρχισε να μου μιλάει για την αγάπη , για τους νέους και ξαφνικά μου ξεφούρνισε πως ο γιος του ήθελε για γυναίκα του την Αρετή. Ποια; Την Αρετή, την κόρη μου, που ήταν μεγαλωμένη στα πούπουλα, που δεν μπορούσε να κοιμηθεί, αν τα μαξιλάρια δεν ήταν μεταξωτά, που έτρωγε το αβγουλάκι της ποσέ. Να την πάρει γυναίκα του ο αγροίκος ο Ερωτόκριτος. Να την ταΐζει τι; Για να μην μιλήσω για τον πατέρα του. Να κάνω συμπέθερο τον Πεζόστρατο, τον νηστικό, τον κουρελή, τον φαφούτη; Μα δεν είμαστε καλά! Και μου είπε κιόλας πως πάνω απ’όλα είναι η αγάπη! Ποια αγάπη , μωρέ; Ποια αγάπη; Που άμα αρχίσει και διαμαρτύρεται το στομάχι της, τότε θα τα ξεχάσει όλα; Τον έδιωξα κι εγώ, μα φρόντισα να εξορίσω τον γιο του. Μόνο που τόλμησε να κοιτάξει στα μάτια την κόρη μου και λίγα του ‘κανα. Όμως, επειδή ποτέ δεν ξέρεις, ας φύγει καλύτερα να ησυχάσουμε. Συγχύστηκα πάλι σήμερα. Δύσκολο πράγμα να είσαι βασιλιάς στις μέρες μας.
Μαρία Τύρη,μαθήτρια του Γ4 τμήματος
————————————————————————————————————————————
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σήμερα έγινα έξαλλος.! Όλο το πρωί είχα συναντήσεις με τους υπουργούς μου. Αφού συζητήσαμε για όλα τα θέματα του βασιλείου και βρήκαμε λύση σε ό,τι μας απασχολούσε, επιτέλους τελειώσαμε. Πήγα στο δωμάτιο μου να χαλαρώσω , όταν ο υπηρέτης μου μου είπε πως ένας υπήκοος ζήτησε να με δει. Ήμουν πολύ κουρασμένος, όμως, επειδή, ως γνωστόν, είμαι κοντά στο λαό, δέχτηκα. Κακώς, κάκιστα… Ήρθε μέσα με τα κουρέλια του κι άρχισε τις υποκλίσεις και τα γλυκόλογα. Χρήματα θα θέλει, σκέφτηκα. Ώσπου το ξεφούρνισε. Αυτός δεν ήθελε χρήματα, το βασίλειο μου ήθελε! Μου ζήτησε το χέρι της Αρετούσας μου για τοn γιo του. Άρχισα να τσιμπιέμαι. Βρε μπας κι ονειρεύομαι; σκέφτηκα. Κι αυτός συνέχισε να λέει πως είναι νέοι κι αγαπιούνται. Μα είναι δυνατόν; Η Αρετή μου να αγαπάει έναν παρακατιανό, έναν αμόρφωτο; Και τότε μου ήρθε στο μυαλό πως όλο αυτός γυρίζει στο βασίλειο, όλο κάνει βόλτα με το άλογο, όλο πηγαίνει στην αγορά να βοηθήσει τους φτωχούς. Μπας κι έλεγε αλήθεια ο γέρος; Τον έδιωξα άρον άρον, αφού φρόντισα να εξορίσω τον γιο του, κι αύριο θα αναλάβω την Αρετή. Θα της μιλήσω γλυκά , παιδί μου είναι, θα καταλάβει. Θα της δείξω πως δεν μπορεί να ζήσει μακριά απ’ τα πλούτη. Μόνο παρακαλώ τον Θεό να καταλάβει. Αλλιώς θα αναγκαστώ να τη στείλω σε μοναστήρι ή κάπου μακριά, μέχρι να ξεχάσει και να δεχτεί για άντρα αυτόν που θα αποφασίσω εγώ. Άκου αγαπιούνται! Ακόμη ηχεί αυτή η φράση στ” αυτιά μου. Χωρίς λεφτά τι να την κάνει κανείς την αγάπη;
Έλενα Τύρη, μάθητρια του Γ4 τμήματος
