Ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε Α’ Κυβερνήτης της Ελλάδας, Υπουργός Εξωτερικών της Αυτοκρατορικής Ρωσίας και ένα πρόσωπο με ξεχωριστή βαρύτητα για την ευρωπαϊκή ιστορία των αρχών του 19ου αιώνα.
Γεννήθηκε στην Κέρκυρα, όπου και ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία στην Επτάνησο Πολιτεία. Εισήλθε στη ρωσική διπλωματία, συνέβαλε προσωπικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ελβετίας και διετέλεσε δεύτερος υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας. Ορκίστηκε Α’ Κυβερνήτης της Ελλάδας το 1828 και αφιερώθηκε στην θεμελίωση ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Οι αντιδράσεις που συνάντησε στο κυβερνητικό του έργο ήταν πολλές, οι οποίες τελικά οδήγησαν στην δολοφονία του, ενόσω ήταν εν ενεργεία Κυβερνήτης, στο Ναύπλιο στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 . Ο τάφος του βρίσκεται στη Κέρκυρα, στην Ι.Μ. Πλατυτέρας.
Η πολιτική του σταδιοδρομία άρχισε ως εξής:
Ύστερα από την υπογραφή συνθήκης μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου αναγνωρίστηκε ως ελεύθερο και αυτόνομο κράτος η Επτάνησος Πολιτεία, υπό την επικυριαρχία όμως της Πύλης, ο Ιωάννης τον Απρίλιο του 1801 κλήθηκε να αντικαταστήσει τον πατέρα του, Αντώνιο Μαρία Καποδίστρια, στην αποστολή που είχε αναλάβει μαζί με τον Νικόλαο Σίγουρο ως εντολοδόχοι του σουλτάνου για την επιβολή του νέου συντάγματος και την αποκατάσταση της τάξης στην Κεφαλονιά.
Η πρόταση που περίμενε από τη Ρωσία ήρθε τον Μάιο του 1808, όταν ο κόμης Νικόλαος Πέτροβιτς Ρουμιάντσεφ, επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, του έστειλε επιστολή με την οποία, αφού του ανακοίνωνε ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του ιππότη Β” Τάξεως του τάγματος της Αγίας Άννας, τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη, όπου έφτασε στις 29 Ιανουαρίου του επόμενου έτους. Μετά τη συνδιάσκεψη των Παρισίων, ο τσάρος διόρισε τον Καποδίστρια γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων.
Το 1816, η Φιλική Εταιρεία απέστειλε τον Νικόλαο Γαλάτη στον Καποδίστρια, προκειμένου να τον πληροφορήσει για τα σχέδιά της. Την περίοδο εκείνη ο Κερκυραίος πολιτικός διέθετε φαινομενικά μια πανίσχυρη θέση, συνεπώς οι συνωμότες υπέρ της απελευθέρωσης της Ελλάδας ήταν φυσικό να προστρέξουν σε αυτόν προκειμένου να ευοδωθούν οι προσπάθειές τους. Πέραν δηλαδή των δεδομένων ικανοτήτων του, ο Καποδίστριας βρισκόταν στο στενό περιβάλλον του τσάρου και θα μπορούσε να κατευθύνει τη ρωσική πολιτική υπέρ του ελληνικού ζητήματος. Στη συνάντηση με τον Γαλάτη, πάντως, ο γραμματέας επί των Εξωτερικών Υποθέσεων του Αλεξάνδρου εμφανίστηκε επιφυλακτικός.
Ο Κερκυραίος πολιτικός ενημερώθηκε για την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ανώτατο αξιωματικό του Ρωσικού Στρατού, με διασυνδέσεις στην Αυλή της Ρωσίας, ενόσω βρισκόταν στο Λάιμπαχ. Η καταδίκη του επαναστατικού κινήματος από τον τσάρο, η απόταξη του Υψηλάντη και η έγκριση της απαραίτητης άδειας για την είσοδο των Οθωμανών στη Μολδοβλαχία αποτέλεσαν μια ακόμη απόδειξη της επικράτησης της αυστριακής πολιτικής. Ο Καποδίστριας, μάλιστα, αναγκάστηκε να υπογράψει τα σχετικά διατάγματα, αν και προσπαθούσε να πιέσει τον Αλέξανδρο στην υιοθέτηση φιλελληνικής πολιτικής.
O Καποδίστριας αποχώρησε από τη ρωσική πρωτεύουσα στις 19 Αυγούστου του 1822 και εγκαταστάθηκε στην προσφιλή για τον ίδιο Γενεύη. Στην ελβετική πόλη, συναναστράφηκε με γνωστούς φιλέλληνες και προσπάθησε να προσεταιριστεί πιθανούς συμμάχους των επαναστατών. Χαρακτηριστική υπήρξε η σχέση του με τον τραπεζίτη Ζαν-Γκαμπριέλ Εϋνάρδο (Jean-Gabriel Eynard), ο οποίος ενίσχυσε οικονομικά τους Έλληνες με διόλου ευκαταφρόνητα ποσά, καθώς, επίσης, με τον εξάδελφο του Βρετανού Πρωθυπουργού Τζώρτζ Κάννινγκ, Στράτφορντ (Stratford Canning). Οι γνωριμίες του πρώην γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων του τσάρου βοήθησαν σημαντικά τον Αγώνα, ενώ οι συμβουλές του για διπλωματικά ζητήματα προς τους εν πολλοίς άπειρους ομοεθνείς του ήταν συνεχείς.
Πηγή εικόνας: Διονύσιος Τσόκος – National historical Museum, Athens – Wikipedia
Πηγή κειμένου: Wikipedia, Μουσείο Καποδίστρια και ΕΡΤ
