
The Obliteration Room, διαδραστική εγκατάσταση της Yayoi Kusama, Tate Modern, 2002
Συμμετοχικό έργο τέχνης στο οποίο τα παιδιά καλούνται να κολλήσουν πολύχρωμα αυτοκόλλητα με βούλες σε οποιοδήποτε σημείο επιθυμούν. Μέσω αυτής της διαδραστικής συμμετοχής, το αρχικά άδειο δωμάτιο μεταμορφώνεται σταδιακά, μέσα σε λίγες εβδομάδες, σε ένα πολύχρωμο και ζωντανό έργο τέχνης καθιστώντας το παιδί κυριολεκτικά βασιλιά και κυρίαρχο του έργου και του μουσείου. Με συμβολική διάσταση, το έργο διατυπώνει ένα κριτικό σχόλιο πάνω στη δυσανάλογα μεγάλη θέση που κατέχει το παιδί στη σύγχρονη κοινωνία και στον ιδιωτικό χώρο.
Το θέμα της συμπεριφοράς προβάλλει πιο επίκαιρο από ποτέ, καθώς ανεπιθύμητες, ακραίες κι ακατάλληλες συμπεριφορές εκδηλώνονται ολοένα συχνότερα σε όλους σχεδόν τους χώρους των καθημερινών δραστηριοτήτων μας. Πρόκειται για πρόβλημα που διαρκώς οξύνεται, με αποτέλεσμα να δημιουργεί κλίμα σύγχυσης, άγχους, δυσαρέσκειας και δυσφορίας στις συναναστροφές με τους γύρω μας· γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την ψυχολογία μας. Αφενός μεν συμβαίνει όλοι και όλες να έχουμε δεχτεί μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση, που όχι μόνον μας δυσαρεστεί, αλλά και την εκλαμβάνουμε ως άδικη και εχθρική. Αφετέρου δε και οι ίδιοι ενίοτε παρασυρόμαστε από τον κοινωνικό περίγυρο και ακολουθούμε πρότυπα, αντιλήψεις και «κυρίαρχες» συμπεριφορές, στο βαθμό που επηρεαζόμαστε από ορισμένα ΜΜΕ και Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ώστε ωθούμαστε σε έναν άκριτο μιμητισμό. Έτσι προκύπτει εύλογο το ερώτημα: φταίνε πάντα οι άλλοι; Υπάρχει κάπου και η δική μας ευθύνη; Τολμώ να πω: ναι. Σε θέματα συμπεριφοράς όλοι έχουμε ένα μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί.
Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι η συμπεριφορά έχει άμεση σχέση με την παιδεία. Ειδικότερα, με τον όρο παιδεία δεν εννοούμε μόνον τη διαπαιδαγώγηση που προσφέρει το σχολείο στις δύσκολες συνθήκες της υποστελέχωσης, της υποχρηματοδότησης και άρα της υποβάθμισής του. Εννοούμε κυρίως τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών μέσα από την ανατροφή που λαμβάνουν στο οικογενειακό τους περιβάλλον· διαπαιδαγώγηση που ξεκινά από τη νηπιακή τους ηλικία. Αναμφισβήτητα κανένα παιδί δεν γεννιέται έχοντας κακές προθέσεις ή κακό χαρακτήρα. Η προσωπικότητα των παιδιών διαμορφώνεται από πολύ νωρίς και επηρεάζεται άμεσα από το οικογενειακό περιβάλλον. Με άλλα λόγια, όταν τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα υγιές περιβάλλον εισπράττοντας αγάπη και σεβασμό, θα μάθουν να αγαπούν και να σέβονται τους άλλους. Εάν, όμως, ανατραφούν σε ένα περιβάλλον αδιαφορίας, υποτίμησης ή και εκμετάλλευσής τους, δημιουργείται ένα κενό στη θέση της αγάπης, του σεβασμού και της επιδοκιμασίας· κενό που δύσκολα μπορεί να το καλύψει η τυπική εκπαίδευση, όσο κι αν υπάρχουν δάσκαλοι και καθηγητές που με αυταπάρνηση το προσπαθούν.
Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να παραβλέπουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες μια οικογένεια παλεύει να αναθρέψει τα παιδιά της. Ειδικά στις μέρες μας οι ρυθμοί της ζωής είναι εξοντωτικοί, το καθημερινό κυνηγητό για την εξασφάλιση των οικονομικών πόρων απομυζεί την ενέργειά μας, ο αγώνας για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης στερεί από τον γονέα και το παιδί τον ποιοτικό χρόνο που απαιτείται για να «χτίσουν» τη σχέση τους. Ακόμη, η ανεργία και οι χαμηλοί μισθοί εμποδίζουν τους γονείς να παρέχουν βασικά αγαθά, αλλά και δημιουργικές ή αθλητικές δραστηριότητες στα παιδιά τους.
Στις παραπάνω αντιξοότητες προστίθεται και το πρόβλημα της φύλαξης των παιδιών. Αν αναλογιστούμε το ρόλο του στενού οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος στη φροντίδα και διαπαιδαγώγηση των παιδιών άλλοτε και τώρα, παρατηρούμε μια έντονη απουσία. Κατά πρώτον, στις μέρες μας δεν υπάρχει πάντα και σε κάθε οικογένεια ένας παππούς και μια γιαγιά να βοηθούν στη φύλαξη και ανατροφή του μικρού παιδιού. Κατά δεύτερον, συγγενείς, γείτονες και φίλοι ολοένα και περισσότερο είτε «κλείνονται» στα προσωπικά τους προβλήματα, είτε δεν υπάρχει χώρος και χρόνος στην καθημερινότητά τους που να τους επιτρέπει να προσφέρουν συμπαράσταση και αρωγή στην οικογένεια που τις χρειάζεται. Κατανοούμε πλέον ότι δεν υπάρχει πια το παλαιό πρότυπο της «μεγάλης» οικογένειας με τους στενούς δεσμούς μεταξύ των μελών της, όπως τη ζήσαμε εμείς οι μεγαλύτερης ηλικίας.
Συνεπώς, θα λέγαμε ότι οι παραπάνω αρνητικές για την ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του παιδιού συνθήκες γίνονται σκόπελος στην προσπάθεια γονέων και παιδαγωγών να λειτουργήσουν θετικά και αποτελεσματικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας των παιδιών, στην ψυχική τους ωρίμανση και την ομαλή κοινωνικοποίησή τους.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, γίνεται φανερή η ανάγκη να σκύψουμε πάνω στο πρόβλημα όλοι μαζί, ως άτομα, ως οικογένεια, ως κοινωνία και ως πολιτεία· να αναλογιστούμε τη στάση μας και να αναζητήσουμε με ειλικρίνεια ο καθένας τη δική του ευθύνη και να την αναλάβουμε με πράξεις.
Τι μπορούμε, όμως, να κάνουμε, ώστε να δημιουργήσουμε ένα πιο ανθρώπινο περιβάλλον, ένα περιβάλλον με λιγότερη αυθάδεια, εκμετάλλευση, κακία, ζήλεια και όποιο αρνητικό συναίσθημα μας επηρεάζει;
Για την επίτευξη αυτού του στόχου τον πρώτο λόγο έχει η ενσυναίσθηση, η ικανότητα να «μπαίνει» κανείς στη θέση του άλλου, να τον κατανοεί και να αντιλαμβάνεται τα αίτια της δεδομένης συμπεριφοράς του. Ενσυναίσθηση και ανάληψη ευθύνης σημαίνει να δίνουμε πρώτοι το παράδειγμα καλής συμπεριφοράς, να συμπαρατασσόμαστε στην προσπάθεια να γίνουμε περισσότερο «άνθρωποι», με αγάπη για τους άλλους, με συμπαράσταση στα όποια προβλήματα έχει ο καθένας. Ξεκινώντας με ένα ζεστό χαιρετισμό, με την αισιοδοξία ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε καλύτερα. Ας μη χάνουμε χρόνο λοιπόν! Οι καλοί τρόποι είναι το πρώτο βήμα. Αν θέλουμε, μπορούμε.
ΧΑΡΙΖΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΟΥ, ΔΕΝ ΘΑ ΣΟΥ ΛΕΙΨΕΙ ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΟ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΣΟΤΕΡΗ ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΩΣΕΙ!
Βέβαια, όσο ενθαρρυντικό, διδακτικό και υποστηρικτικό κι αν είναι ένα θετικό πρότυπο συμπεριφοράς των ενηλίκων, δεν επαρκεί για τη βελτίωση της κοινωνικής συμπεριφοράς των μικρών παιδιών και των εφήβων. Χρειάζεται, κατά τη γνώμη μας, να τεθεί το ζήτημα σε διερεύνηση και να υλοποιηθεί μια πολυεπίπεδη πολιτική που θα στοχεύει στην ενίσχυση της οικογένειας και της δημόσιας εκπαίδευσης μέσα από την επιστημονική παρέμβαση και την κοινωνική ευαισθητοποίηση για την επίλυση του προβλήματος αναφορικά με την κοινωνική συμπεριφορά.
Συγκεκριμένα, πολύ σημαντική θεωρούμε την επένδυση στην αγωγή κατά την προσχολική ηλικία, στο πλαίσιο της οποίας να παρέχονται ποιοτικά προγράμματα για την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, όπως της ενσυναίσθησης, του σεβασμού απέναντι στο διαφορετικό και την αναγνώριση της αξίας του διαφορετικού. Επιπλέον, σημαντική κρίνουμε τη σύσταση και λειτουργία υποστηρικτικών προγραμμάτων ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και συμβουλευτικής, όπως για παράδειγμα προγράμματα επίλυσης συγκρούσεων και διαχείρισης θυμού ή διαχείρισης φαινομένων βίας, ρατσισμού και διακρίσεων, που θα παρέχονται σε εκπαιδευτικούς, γονείς και παιδιά εντός του σχολικού περιβάλλοντος και με μέριμνα της πολιτείας. Επιπροσθέτως, καταλυτική κρίνουμε την επενέργεια της κριτικής παιδείας. Δηλαδή της παιδείας, κατά την οποία παιδιά και νέοι θα διδάσκονται πώς να αναγνωρίζουν τα θετικά πρότυπα και να τα συγκρίνουν με εκείνα που τους καθιστούν παθητικούς μιμητές ή και άκριτους «καταναλωτές» με τεχνητές ανάγκες κι επιθυμίες, να διαχειρίζονται τις ψηφιακές επιρροές και να μη χειραγωγούνται από αυτές.
Εν τέλει, καμιά αλλαγή, θα λέγαμε, δεν επέρχεται και δεν υλοποιείται χωρίς την προσπάθεια καθενός απ’ όσους έχουν μερίδιο ευθύνης για την υπάρχουσα πραγματικότητα. Απαιτούνται πολιτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, εκπαιδευτικές δομές και πρακτικές, αλλά και καθημερινές συμπεριφορές ενηλίκων που να λειτουργούν ως σταθερά υποστηρικτικά πρότυπα, για να έχουμε την αξίωση να αναθρέφουμε, να διαπαιδαγωγούμε και να διαμορφώνουμε πολίτες υπεύθυνους, ευγενικούς και ενσυναισθηματικούς.
Ελένη Μπαλανίκα
Επιμέλεια κειμένου: Ευαγγελία Ντιρογιάννη, Φιλόλογος
