Η ζωή μου με λίγα λόγια

Με λένε Κώστα και είμαι μαθητής της Γ΄ Λυκείου στο Εσπερινό Γενικό Λύκειο Νάξου. Για τη ζωή μου θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο. Έζησα τα παιδικά μου χρόνια στη δύσκολη μεταπολεμική Ελλάδα. Υπήρχε μεγάλη φτώχεια και η έγνοια κάθε οικογένειας ήταν τι θα φάει την επόμενη μέρα. Γεννήθηκα το 1945, λίγο μετά τον πόλεμο. Το 1955 ήμουν δέκα χρονών, σε μια ηλικία που το παιδί καταλαβαίνει πολλά. Καταλάβαινα τι γινόταν στο σπίτι μας και στη γειτονιά μας. Τα χρόνια ήταν δύσκολα για όλους.

Οι γονείς μου όμως φρόντιζαν για εμάς. Ποτέ δεν πείνασα και ποτέ δεν κοιμήθηκα νηστικός. Θυμάμαι που γύριζα από την αλάνα και φώναζα:
«Μάνα, φέρε μια φέτα ψωμί». Εκείνη έβρεχε το ψωμί με λίγο νερό και έβαζε από πάνω λίγη ζάχαρη. Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη γεύση.

Ζούσα χαρούμενος και ξέγνοιαστος, αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Χάσαμε τον πατέρα μου όταν ήταν μόλις 48 ετών. Πέθανε από κύρωση του ήπατος. Τον πατέρα μου τον θυμάμαι πολύ έντονα. Πριν από την Καθαρά Δευτέρα πηγαίναμε μαζί στα βράχια για να μαζέψουμε αχινούς. «Τους μαύρους, όχι τους κόκκινους», μου έλεγε.
Ύστερα τους πουλούσαμε στις γειτονιές για να βοηθήσουμε λίγο το σπίτι.

Εκεί που βρίσκεται σήμερα το γήπεδο βοσκούσα τις γαλοπούλες μας. Κρατούσα ένα καλάμι και μάζευα όσες έφευγαν από το κοπάδι. Ήταν περίπου πενήντα. Άλλες φορές φορτώναμε το γαϊδουράκι με τελάρα γεμάτα γόπες και γυρίζαμε τα χωριά του Λιβαδιού. «Φώναζε, Κώστα… Γούπες, γουπέες!» μου έλεγε ο πατέρας μου. Με αγαπούσε πολύ και ποτέ δεν με μάλωσε άσχημα. Πάντα με έπαιρνε μαζί του και έτσι έμαθα πολλά πράγματα στη ζωή μου.

Θυμάμαι πολύ καλά και τη γιαγιά μου, την Κρητικιά. Ήταν δυναμική γυναίκα και πολύ εργατική. Μου έφτιαχνε καραμέλες μαστίχας. Έβραζε τη ζάχαρη και τις έριχνε  πάνω σε μια μαρμάρινη πλάκα για να κρυώσουν. Μετά τις έπλαθε μία μία με τα χέρια της. Έπαιρνα το ταψί με τις καραμέλες  και πήγαινα στο λιμάνι να τις πουλήσω. Μέσα σε λίγες ώρες είχαν τελειώσει όλες. Η γιαγιά κρατούσε λίγα χρήματα για τα υλικά και τα υπόλοιπα μου τα έδινε.

Ήμουν και κουλουράς. Πρωί πρωί πήγαινα στον φούρνο της γειτονιάς για να πάρω το καλάθι με τα κουλούρια. Ο φούρνος του Σαγκέλα δεν υπάρχει πια, έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Κάποτε βρήκα ένα ρολόι στην παραλία και το παρέδωσα αμέσως στην αστυνομία. Τότε λίγοι άνθρωποι είχαν ρολόι, αλλά εγώ ένιωθα πως έπρεπε να το επιστρέψω, γιατί κάποιος θα το είχε χάσει.

Η μητέρα μου αρρώστησε από φυματίωση εξαιτίας των κακουχιών της Κατοχής. Έμεινε τέσσερα χρόνια στο νοσοκομείο «Σωτηρία» στην Αθήνα και χειρουργήθηκε. Ευτυχώς σώθηκε και γύρισε στη Νάξο ζώντας με έναν πνεύμονα. Έζησε μέχρι τα 87 της χρόνια.

Όταν χάσαμε τον πατέρα μου και αρρώστησε η μητέρα μου, ο μεγάλος μου αδελφός ζήτησε βοήθεια από τον Δεσπότη. Η λύση που βρέθηκε ήταν δύσκολη. Εγώ και η μικρή μου αδελφή φύγαμε για τις παιδοπόλεις. Η αδελφή μου πήγε πρώτα στην Καβάλα και μετά στα Γιάννενα. Εγώ έζησα τρία χρόνια στη Ρόδο και άλλα τέσσερα στον Βόλο. Ο αποχωρισμός από την οικογένεια ήταν πολύ δύσκολος για μικρά παιδιά. Η αδελφή μου αργότερα έγινε δασκάλα.

Εγώ έκανα πολλές δουλειές στη ζωή μου. Για λίγο έγινα μηχανικός εμπορικού ναυτικού στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς, αλλά δεν συνέχισα. Δούλεψα και ως μαραγκός μαζί με τον γαμπρό μου, όμως ούτε αυτό κράτησε πολύ. Μετά κατατάχθηκα εθελοντής στο Λιμενικό Σώμα. Είχα σκοπό να μείνω μόνιμος, αλλά τελικά δεν τα κατάφερα. Ήμουν δύσκολος χαρακτήρας και πολλές φορές αντέδρασα άσχημα στους ανωτέρους μου. Έκανα και λάθη στη ζωή μου. Πήρα αποφάσεις που δεν ήταν σωστές.

Όμως ποτέ δεν σταμάτησα να σκέφτομαι το σχολείο. Γι’ αυτό, στα 81 μου χρόνια, αποφάσισα να επιστρέψω και να τελειώσω το Λύκειο. Ήταν ένα όνειρο που το κουβαλούσα μέσα μου πολλά χρόνια. Σήμερα νιώθω περήφανος που είμαι μαθητής. Όταν λέω ότι πηγαίνω στο Λύκειο, οι περισσότεροι απορούν, αλλά εγώ αισθάνομαι χαρά και ικανοποίηση.

Θέλω επίσης να ευχαριστήσω όλους τους καθηγητές μου για την κατανόηση, την υπομονή και τη βοήθεια που προσφέρουν σε όλους εμάς τους μαθητές του Εσπερινού Σχολείου.

Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου.

Κώστας Δεγαϊτας