Μοιρολόι Αγίου Γεωργίου

Ήλαμψε ο ήλιος ήλαμψε

ήλαμψε το φεγγάρι

κι είδα τον Άγιο Γεώργιο

στ’ άλογο καβαλάρη

 

Σαν άγγελος εισ’στη θωριά

σαν άγιος στη θεότη

Παρακαλώ σε απάντα με

αφέντη στρατιώτη

 

Με χάρες και με δύναμες

που’ χω να σ’ αφιβάλλω

για το θεριό που σκότωσες

το δράκο τον μεγάλο

 

Τα μπιλετάκια πέσανε

προς τη βασιλοπούλα

όπου την είχε ο βασιλιάς

μόνη και μοναχούλα

 

Στν δρόμο όπου πήγαινε

βλέπει ένα καβαλάρη

που κράταγε χρυσό σταυρό

και αργυρό κοντάρι

 

Αγάλι Αγάλι νούτσι μου

να μη σε φάει κι εσένα

αυτό το άγριο θεριό

όπου θα φάει και μένα.

 

Ολίγον αποκοιμηθώ

Σστο μάρμαρο απάνω

κι εγώ σκοτώνω το θεριό

και από “του σε βγάνω

 

Για ξύπνα ξύπνα νούτσι μου

και το νερό αφρίζει

και το θεριό τα δόντια του

σε εμέ τα τραχανίζει

 

Και ο Άγιος σηκώνεται

και το θεριό σκοτώνει

κι η κόρη από τον φόβο της

φωνάζει  Άι μου Γιώργη

 

Και ο Άι Γιώργης τη ρωτά

και πάλι την ορκίζει

απόθε ξέρει τ’ όνομα

κι απόθε το γνωρίζει

 

Εγώ Άι Γιώργης λέγομαι

απ” την Καπαδοκία

και αν θες να κάμεις ψυχικό

χτίσε μιαν εκκλησία

 

Και κάνε το Χατζή χρυσό

και το σταυρό ασημένιο

και την Αγία τράπεζα

όλο μαλαματένιο

 

Και ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε

εβρέθη λιγωμένος

στη γη εβρέθηκε νεκρός

ως άγια πεθαμένος

 

Για πάρτε και το βίος μου

και το βασίλειο μου

και αφήστε το παιδάκι μου

το φως των εματιών μου

 

Στολίστε και την κοπελιά

και κάνετέ την νύφη

και από μακριά της δείξανε

να πάει μοναχή της

 

Απ’ το χεράκι την αρπά,

στο βασιλιά την πάει

ώρα καλή σου βασιλιά

μ’ όλη τη συντροφιά σου

θα φέρω το παιδάκι σου

και την παρηγοριά σου

 

Αμέσως εγώ αφέντη μου

το έργο να κινήσω

και χριστιανή να βαπτιστώ

να’ ρθω να προσκυνήσω

 

Αφού εβάλαν χερικό

το έργο να κινήσουν

χιλιάδες δεκατέσσερις

πήγαν να προσκυνήσουν.

 

Από γιαγιά Νικολέτα 24-2-1996

Στέλιος Κορρές μαθητής Β” τάξης