Πράγματα για μια ζωή… (διήγημα της Νάσιας Τσιτσιγάνη)

 

Πράγματα για μια ζωή

Καλοκαίρι και Ναύπλιο. Έφτασε ο καιρός που θα ξαναδώ τη γιαγιά και φυσικά το Ναύπλιο! Δεν συνηθίζω να παραλείπω την καλοκαιρινή μου απόδραση στο νησί, αλλά λόγω καταστάσεων, είχα να το επισκεφτώ εδώ και τρία χρόνια.

Με τη γιαγιά Άλκηστη έχουμε πολύ καλές σχέσεις και αρκετές κοινές προτιμήσεις, γι’ αυτό και κάνουμε πολύωρες συζητήσεις κι’ αρκετά καλή παρέα. Τη θαυμάζω πολύ και χαίρομαι όταν ακούω από συγγενικά μου πρόσωπα να μου λένε ότι της μοιάζω.

Η γιαγιά αποτελεί για μένα μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα και κάθε φορά που μιλώ μαζί της, έχω την εντύπωση ότι πίσω από αυτά που λέει ανοίγεται ένα όμορφο μυστήριο. Η καταγωγή της είναι από την Κεφαλονιά∙ έφυγε, όμως, νέα από τον τόπο της,-ή για την ακρίβεια το έσκασε με την αδερφή του πατέρα της-, για σπουδές στο Παρίσι, κι’ έπειτα κατέληξε στο Ναύπλιο, όπου και παντρεύτηκε τον παππού κι’ έκανε οικογένεια. Αγάπησε τον τόπο από την πρώτη στιγμή, κι’ εκεί αποφάσισε ν’  αγκυροβολήσει και ν’ αρχίσει τη ζωή της.

Η γιαγιά είναι μια δραστήρια γυναίκα κι’ ένα πνεύμα ιδιαίτερα ανήσυχο.  Έχει ασχοληθεί με την συγγραφή βιβλίων και ποιημάτων, μα ιδιαίτερο πάθος της, -όπως και δικό μου-, είναι η φωτογραφία. Απέχει, όμως, τα τελευταία χρόνια από όλα της τα ενδιαφέροντα, λόγω προβλημάτων υγείας, που οφείλονται στην περασμένη ηλικία της.

[…] Επιτέλους, φτάσαμε! Σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω τη γιαγιά να στέκεται στην αυλή, πλάι στις πανέμορφες ορτανσίες και το φουντωτό γιασεμί. Ανοίγω την πόρτα του αυτοκίνητου, προχωρώ και αφήνομαι στην αγκαλιά της. Έπειτα βγαίνει από το αυτοκίνητο και η μητέρα μου. Λέμε τα τυπικά κι’ ύστερα προχωρούμε στο εσωτερικό του σπιτιού.

Στο μεταξύ κι’ ενώ συζητάμε ανοίγω τη σάκα μου και βγάζω από μέσα μια παλιά φωτογραφική μηχανή. Την είχα βρει της προάλλες, ενώ καθαρίζαμε με τη μαμά την αποθήκη, χωμένη μέσα σε μια παλιά κασέλα. Όταν της την έδειξα, γέλασε. Στα παιδικά της χρόνια, η γιαγιά την έχωνε στη τσάντα και της ζητούσε φωτογραφίες. Ειδικότερα, όταν η μαμά έγινε φοιτήτρια η γιαγιά ζητούσε απ’ αυτή τρεις φωτογραφίες στο μηνιαίο γράμμα, που θα της έστελνε, από κάπου που πήγε και της άρεσε πολύ. Η μητέρα μου τότε το έβλεπε σαν αγγαρεία, αλλά χάρη σ’ αυτές τις φωτογραφίες διατηρήθηκαν ζωντανές πολλές μνήμες της και κράτησε με τη γιαγιά μια αρκετά ουσιαστική επικοινωνία. Αποτελούν τώρα δε οικογενειακή παρακαταθήκη. Μου λέει: «Πάρτη μαζί σου, να τη πας στη γιαγιά σου». Ήθελε προφανώς να τη ξεφορτωθεί. Εμένα, όμως, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και μου άρεσε πολύ. Δεν ξέρω τι μπορεί να θύμιζε στη γιαγιά.

Με αυτή μου την κίνηση, η γιαγιά διακόπτει απότομα τη ροή του λογού της και καρφώνει το βλέμμα της στη μηχανή, ενώ τα μάτια της βουρκώνουν. Ήταν μέρος της ζωής, κομμάτι των δικών της εμπειριών. «Πράγματα για μια ζωή», σχολίασε. Φυσικά, έκανε λάθος στο μέτρημα. Η μηχανή είχε μόλις περάσει από δυο γενιές. Είχε καθαρό γυαλιστερό φακό, ωραία υφή κι’ απαλό δερμάτινο λουρί για κρέμασμα στο λαιμό. Με πλησίασε, κάθισε δίπλα μου, πήρε αργά στα χέρια της τη μηχανή∙ τη χάιδεψε. Μου διηγήθηκε πως έφτασε στα χέρια της η μηχανή, πως άρχισε το πάθος της για τη φωτογραφία, -το οποίο μετέδωσε και σ’ εμένα-, τον πραγματικό λόγο που είχε φύγει τότε για το Παρίσι, τον τρόπο γνωριμίας της με τον παππού. Τα έλεγε με νοσταλγία. Είχαμε κάνει λογιών λογιών συζητήσεις, πρώτη φόρα, όμως, μου μιλούσε για όλα αυτά. Την ένιωθα κοντά μου. Τώρα καταλαβαίνω ότι πράγματι της μοιάζω. Με αγκαλιάζει και μου αφήνει στο μάγουλο ένα τρυφερό φιλί. «Πάρτη, τώρα είναι δική σου», μου λέει. «Αχ, βρε γιαγιά∙ τι σου είναι η αναμνήσεις. Άκαυτη βάτος…», αποκρίνομαι. Γελάει.

                                                                                                                                                                                                              Νάσια Τσιτσιγάνη, τμήμα Β1

Πράγματα για μια ζωή    Πηγή εικόνας: pixabay

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης