
Συνεχίζουμε το αφιέρωμά μας στους μύθους του Αισώπου. Σε αυτό το έργο, παρακολουθούμε την ιστορία του Κύκνου και της Χήνας, προσεγγίζοντάς την μέσα από το αρχαίο κείμενο, την τοπική διάλεκτο του Μετσόβου (Βλάχικα) και την Κρητική διάλεκτο του τόπου μας.
Το Αρχαίο Κείμενο

Ανήρ εύπορῶν χῆνα τε ἅμα και κύκνον έτρεφεν, οὐκ ἐπί τοῖς αὐτοῖς μέντοι…. τὸν μεν γάρ ᾠδης, τόν δε τραπέζης ένεκεν…
Ἐπεὶ δε ἔδει τόν χῆνα παθεῖν ἐφ” οἷς ἐτρέφετο, νύξ μέν ἦν…. και διαγιγνώσκειν ὁ καιρός οὐκ ἀφῆκεν ἐκάτερον…
Ὁ δὲ κύκνος, αντί του χηνός απαχθείς, ἄδει τι μέλος θανάτου προοίμιον, καὶ τῇ μέν ᾠδὴ μηνύει την φύσιν, τὴν δε τελευτήν διαφεύγει τῷ μέλει…
Η Βλάχικη Διάλεκτος (Μέτσοβο)

Ούνου κου αβιάρε μπαρμπάτου αντούσε ντιαντούνα ούνα χήνα σου ούνα κύκνου αλλά ντι άλτους σμπόρους.
Ούνου τας Λιικάχτα σαλάντου τα σου μάγκα.
Ντι ατσία λοιπόν χήνα πριντιά σι πάτα ίτσι μια αξιζιά σου γκίνε ιρά νάπτε.
Σου νου άλουσά τσιβά σι βιάντ στιστρίτου.
Κύκνουκλου αφού λου ακατσάρα αντί σ’ακατσ χήνα καντα ουνο κάντικου ντι μουρίρε τσι βεσγίνα καντίκλου σπούνε φύσε σφούτζε μορίριε κου κάντικλου.
Η Κρητική Διάλεκτος

Ένας αγρότης μια φορά, που του “τρεχε το γρόσι
Με τη δουλειά του τα “χενε όλα του κατορθώσει
Εγόρασε γιατί “θελε κύκνο και χήνα να έχει
Κι ήτανε ο πιο χαρούμενος άθρωπος πού υπάρχει
Κι ήβανε με τη σκέψη του σχέδια γι” αυτά μεγάλα
Και τα μεγάλωνε μαζί με του πουλιού το γάλα
Τα “τρεφε, τα κανάκευε με αγάπη και μεράκι
Τον κύκνο να του τραγουδεί, τη χήνα για φαγάκι
Και μια νύχτα που έπρεπε τη χήνα να τη σφάξει
Μες στο κοτέτσι εμπήκενε με λύχνο να την ψάξει
Μα μες στο μισοσκόταδο δίχως να καταλάβει
Απλώνει χέρα κι έτυχε τον κύκνο να προλάβει
Νόμιζε η χήνα ήτανε δεν το “χε καταλάβει
Κι ο κύκνος ετραγούδιενε μήπως και τον προλάβει
Κι ως πάλευε ο ντεληκανής τον κύκνο να σκοτώσει
Πρόκαμε το τραγούδι του τον νέο να μερώσει
Σαστίζει στο γλυκό σκοπό που το τραγούδι έχει
Και το μαχαίρι επέταξε, μες στο σκοτάδι τρέχει
Μα πρέπει να καλλιεργείς και την ψυχή τ” αθρώπου
Με τέχνη γιατί φαίνεται στην όψη του προσώπου
