«Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ»

Με αφορμή το διήγημα του Κ. Θεοτόκη «Η τέχνη του αγιογράφου» μαθητές και μαθήτριες παρουσιάζουν εργασίες δημιουργικής γραφής.
Η συντακτική ομάδα
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
σήμερα δούλεψα μαζί με τον μπαμπά μου, μακάρι να καταλάβαινε ότι δεν μου αρέσει αυτή η δουλειά. Και όταν του λέω πως θέλω να γίνω αγρότης όλο βρίσκει δικαιολογίες. “Δεν έχουμε χωράφια”, “ο παππούς θα ντρεπόταν αν σε έβλεπε αγρότη”, “οι αγρότες κλέβουν τον κόσμο”. Δεν μου αρέσει αυτή η δουλειά, θεωρώ πως ανήκω στην αγροτική ζωή, να έχω τα χωράφια μου, να τα καλλιεργώ, να έχω πρόβατα, να έχω τα δικά μου λαχανικά, αλλά θεωρεί ντροπή την αγροτική ζωή. Τουλάχιστον να με άφηνε να βγω έξω να παίζω με τα άλλα παιδιά ή να γνωρίσω και κανένα κορίτσι. Θα ήθελα πάλι να έκανα παρέα με την Ελευθερία που μένει λίγα μέτρα από το σχολείο, αλλά διαβάζει όλο το βράδυ και δεν έχει έρθει σχεδόν ποτέ στην εκκλησία. Μόνο μία φορά όταν ήταν δέκα χρονών είχε έρθει στα θρονιά. Σήμερα μάλιστα με χαιρέτησε πάλι αλλά από μακριά γιατί με είδε από το παράθυρο. Τη χαιρέτησα και εγώ μάλιστα. Μακάρι ο πατέρας μου να είχε περισσότερα χωράφια. Τότε θα γινόμουν αγρότης και δεν θα χρειαζόταν να νηστεύω κάθε μέρα. Αλλά και να ξυπνάω από τα χαράματα. Αντίο ημερολόγιο, πρέπει να φύγω ο πατέρας μου θέλει να πάω στο εργαστήρι να του πάρω κάτι πράγματα. Ας ελπίσουμε να συναντήσω πάλι την Ελευθερία.
Σταμάτης Διακοσάββας
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
άλλη μία μέρα πέρασε κάνοντας τα ίδια πράγματα πού υπάρχουν στις ημέρες μου τον τελευταίο καιρό. Άκουσα τον κόκορα στις 6:00 το πρωί και ξύπνησα νιώθοντας κουρασμένος και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι το ποσό μονότονη και βαρετή θα είναι πάλι σήμερα η μέρα μου. Σηκώνομαι, τρώω το πρωινό μου και με το που πάω να καθίσω άλλα λίγα λεπτά στο κρεβάτι μου ακούω τον πατέρα μου να φωνάζει “πάμε στο εργαστήριο”. Τι να κάνω και εγώ ο κακόμοιρος βάζω μουτρωμένος τα σανδάλια μου και ακολουθώ στο εργαστήριο. Στο δρόμο βλέπω τα παιδιά που από το χάραμα μαζεύονται για να πάνε στα χωράφια και το δάκρυ είναι έτοιμο να κυλήσει από το μάτι μου. “Θα έκανα τα πάντα για να κάνω και εγώ κάτι τέτοιο” σκέφτηκα. Αφού λοιπόν φτάσαμε ο πατέρας μου αμέσως ετοιμάζεται και παίρνει ένα κάδρο και τις μπογιές του και με καλεί κοντά του. Για την επόμενη ώρα ή το επόμενο δίωρο προσπαθεί να μου μάθει να ζωγραφίζω τις εικόνες αλλά εγώ νυστάζω και η σκέψη μου με κυριεύει και λέει “Μακάρι να μπορούσα και εγώ να είμαι στα χωράφια και να παίζω μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά”, “Μακάρι να είχα και το θάρρος να πω στον πατέρα μου ότι δεν μου αρέσει η αγιογραφία”. Αλλά και να το έλεγα ή θα μου έλεγε ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα βρω δουλειά ή θα έκανε ότι δεν με άκουσε. Όσο περνάει η μέρα πραγματοποιώ αποτυχημένες προσπάθειες να ζωγραφίσω γιατί δεν άκουσα τίποτα από ό,τι μου έλεγε όλη μέρα ο πατέρας μου μέχρι που ο ήλιος πέφτει. Εκείνη την ώρα καθαρίζουμε, μου βγάζει όπως πάντα έναν λόγο ο πατέρας μου για το ότι πρέπει αναγκαστικά να μάθω να κάνω αγιογραφία και τό ότι τα χωράφια είναι κακή πορεία στη ζωή. Όταν με αφήνει τρέχω σαν να μην υπάρχει αύριο να παίξω στην πλατεία με τα άλλα παιδιά.
Ιωάννης Παπαοικονόμου
Ξύπνησα άλλη μία μέρα πρωί-πρωί με τον θόρυβο που κάνει ο πατέρας μου όταν φτιάχνει τα χρώματα του.”Καλημέρα” του λέω και δίχως καν να προλάβω να πιω λίγο νερό με έφερε κοντά του. Δούλευε σε μία αγιογραφία πάλι, ένα εικόνισμα του Αγίου Νικολάου. Κάθισα λοιπόν να ακούσω εφόσον δεν είχα άλλη επιλογή. “Πάλι το πώς να κάνω χρώματα μου δείχνει;”, αυτό που έχω κάνει εκατό φορές. “Σιγά-σιγά” μου λέει “φτάνει, φτάνει ακόμα δεν κατάφερες να κάνεις την απλή αυτή δουλειά, πώς θα γίνει σωστός αγιογράφος” με ρώτησε. Αυτό είναι όμως το θέμα. Δεν θέλω να γίνω αγιογράφος. Με πιέζει τόσο καιρό με την τέχνη αυτή, εγώ του εξηγώ πως δεν μου αρέσει. Γιατί δεν με ακούει; Γιατί δεν μπορεί να με αφήσει να έχω ένα δικό μου χωράφι; Δεν την θέλω την αγιογραφία. “Πρόσεχε, πρόσεχε” μου φωνάζει “πρόσεχε μη σου στάζει το λάδι και μου χαλάσεις το εικόνισμα”. Μα γιατί δεν με καταλαβαίνει; Τι του έχω κάνει ώστε να μου συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο; Δεν μου αρέσει όταν με αγνοεί και δεν ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο εκτός από την τέχνη του. Κουράστηκα πια!
Άννα Παπαοικονόμου
Ο γιος μου ζωγραφίζει μία αγιογραφία μόνος του επιτέλους έχουν περάσει μήνες που του μαθαίνω όλες τις τακτικές μου μία προς μία. Όταν μεγαλώσει θα έχει σίγουρη πελατεία, εγώ και ο πατέρας μου έχουμε ζωγραφίσει τις αγιογραφίες σχεδόν όλων των εκκλησιών της περιοχής μας. Κοιτάει πάλι το παράθυρο αυτός, τι θα κάνω με αυτόν, πάλι βλέπει τα παιδιά των αγροτών στα χωράφια τους. Δεν καταλαβαίνω τι βρίσκει σε αυτό το επάγγελμα. Δεν θα τον αφήσω να χαραμίσει όμως τη ζωή του σε τέτοιες δουλειές όταν του έχουμε στρώσει ολόκληρη επιχείρηση γενεών μπροστά του έτοιμη. Σηκώνεται πάλι τώρα. “Μπαμπά δεν μπορώ άλλο, κουράστηκα, πάω έξω να κάνω μία βόλτα” μου λέει. “Θα κάτσεις εδώ που είσαι μέχρι να τελειώσεις το πρόσωπο” απαντώ, αφού έχει πάρει πέντε διαλείμματα μέσα σε μία ώρα. “Εγώ φεύγω, εσύ κάνε ό,τι θες” απαντάει με υφάκι και εγώ νευριάζω. “Καλά πήγαινε έξω να ξεκουραστείς αφού σε κούρασα, ναι, πήγαινε να δεις τα παιδιά στα χωράφια και άσε την επιχείρηση να μη βγάλεις χρήματα ποτέ σου”. “Σου προσφέρουμε μία σίγουρη δουλειά που έχουμε χαραμίσει τα πάντα για αυτή και εσύ επιλέγεις να μας αγνοείς τελείως”. “Πήγαινε λοιπόν αλλά μη με παρακαλάς μετά να σου δώσω χρήματα γιατί δε θα το κάνω”. Φεύγει χτυπώντας την πόρτα.
Μιχαήλ Ιντζές
Αγαπητό μου ημερολόγιο τι κάνεις; Εγώ προσπαθώ να χωνέψω το γεγονός ότι σε λίγα χρόνια από τώρα θα είμαι αγιογράφος σαν τον πατέρα μου. Δε λέω, εκτιμώ το ενδιαφέρον του, ωστόσο κάνει το ίδιο πράγμα. Κάθε φορά που τον επισκέπτομαι στο εργαστήρι του προσπαθεί να μου μάθει την τέχνη της αγιογραφίας με στόχο να την ακολουθήσω στη ζωή μου. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το κάνει. Ίσως γιατί γνωρίζει τη δουλειά από πρώτο χέρι και ξέρει ότι πρόκειται για μία σίγουρη δουλειά. Εγώ ωστόσο θέλω να ακολουθήσω το ένστικτό μου και να κάνω τα δικά μου “θέλω” πραγματικότητα και όχι του πατέρα μου. Προτεραιότητα μου αυτή τη στιγμή είναι τα όνειρά μου και δεν πρόκειται να αφήσω οποιονδήποτε να με εμποδίζει.
Χριστιάνα Τσαγκαλίδου
Ο πατέρας μου με πιέζει όλο και πιο πολύ τώρα, δεν με αφήνει καν να πάω στο χωριό. Μόλις τελειώσουμε τη δουλειά θέλει να συνεχίζω να δουλεύω μέχρι αργά το βράδυ γιατί ακόμα δεν έχω μάθει κάποια βασικά πράγματα και λέει ότι σε λίγο καιρό δεν θα είναι εδώ και δεν θα υπάρχει κάποιος να μου τα δείχνει. Τώρα πια ούτε την παραμικρή λέξη δεν θέλει να ακούσει για αυτό που θέλω να ακολουθήσω εγώ, συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Δεν καταλαβαίνει τίποτα. Μάλιστα χθες με έπιασε να κλαίω αλλά τίποτα, ούτε να δείξει συμπόνια ούτε καν ότι νοιάζεται. Ξέρω ότι πια η ζωή μου έχει τελειώσει, από τώρα δεν θα είμαι ποτέ ευτυχισμένος, αλλά τουλάχιστον ξέρω ότι κατά βάθος ο πατέρας μου με αγαπάει και κάποια μέρα, ας είναι αργά, θα καταλάβει το λάθος του.
Άλλη μια μέρα που ξημέρωσε και πάω μαζί με τον πατέρα μου στην επιχείρησή μας αναγκαστικά. Πάλι θα πάμε εκεί και θα αρχίσει να μου δείχνει πώς να αναμειγνύω τα χρώματα και πώς να γίνω ένας σωστός αγιογράφος. Πιστεύει ότι έχω ταλέντο σε αυτό και για αυτό λέει θέλει να συνεχίσω την τέχνη του. Έλα όμως που δεν ξέρει ότι και να έχω ταλέντο όπως λέει εγώ αρνούμαι να το δείξω διότι ξέρει πολύ καλά τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Είναι κολλημένος στις αντιλήψεις της εποχής του ότι η δουλειά του πατέρα πρέπει να περάσει και στο γιο, δεν μπορεί να καταλάβει ότι οι καιροί έχουν αλλάξει. Μάλιστα χθες τσακωθήκαμε πάλι για αυτό το θέμα, αλλά αυτός εκεί τα ίδια και τα ίδια. “Όχι παιδί μου αυτή η δουλειά που θες να ακολουθήσεις δεν θα έχει μέλλον”, δηλαδή πια δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις επιθυμίες μου και συνέχεια με καταπιέζει. Έλεος πια δεν μπορώ άλλο! Ώρες- ώρες μου έρχεται να πάρω κάποια ρούχα και να πάμε με την αγαπητικιά μου σε άλλο μέρος να ζήσουμε μακριά από όλους και από όλα. Αλλά μετά θυμάμαι ότι όλα αυτά τα κάνει από αγάπη και γιατί δεν θέλει να πληγωθώ αλλά για να έχω μία όμορφη και στρωμένη δουλειά και ότι όταν ήμουν μικρός τον θαύμαζα και ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω σαν αυτόν. Όμως μετά σκέφτομαι ότι από την άλλη όλα αυτά δεν τα κάνει από αγάπη αλλά επειδή κάποτε και εκείνος ήθελε να γίνει αγρότης, αλλά ο πατέρας του δεν τον άφηνε. Οπότε γιατί να γίνω κάτι που αυτός δεν έγινε ποτέ; Η απάντηση είναι γιατί τρέφει ζήλια και μίσος, γι αυτό είμαι τόσο νευριασμένος μαζί του αλλά συγχρόνως δεν θέλω να τσακώνομαι συνέχεια γιατί τον αγαπώ και ξέρω ότι κατά βάθος με καταλαβαίνει αλλά από τον εγωισμό του δεν θέλει να το πει γιατί χθες το βράδυ όταν τελειώσαμε μου έδωσε χρήματα και με άφησε να πάω να δω την αγαπητικιά μου και τους φίλους μου. Στεναχωριέμαι πάρα πολύ γιατί είναι πάρα πολύ καλός γονιός και ποτέ δεν μου έλειψε τίποτα αλλά πώς μπορεί να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του όταν καταπιέζει τον γιο του να συνεχίσει τη δουλειά του, ενώ ξέρει ότι ο γιος του θα είναι δυστυχισμένος και καταδικασμένος σε αυτή τη δουλειά σε όλη του τη ζωή;
Νίκη Παπαγιαννίδου
Ο πατέρας μου ασκούσε την πατροπαράδοτη τέχνη του αγιογράφου την οποία επιθυμούσε να ακολουθήσω και εγώ. Εγώ όμως δεν ήθελα να συνεχίσω την ίδια τέχνη, προτιμούσα την ελευθερία μου κάνοντας αγροτικές δουλειές. Συνέχεια μού υπενθυμίζει ότι είμαι ο μοναχογιός του και προσπαθεί να μου ξυπνήσει το φιλότιμο και την ευαισθησία μου. Αλλά μάταια, δεν θέλω να κάνω κάτι στο υπόλοιπο της ζωής μου το οποίο δεν θα μου αρέσει και δεν θα με κάνει ευτυχισμένο. Ο πατέρας μου φέρεται εγωιστικά και δεν σέβεται τις επιθυμίες μου. Το μόνο που θα καταφέρει είναι να μην είμαι ευτυχισμένος και σίγουρα καθόλου επιτυχημένος, αφού θα κάνω κάτι το οποίο δεν μου αρέσει και δεν αγαπώ.
Φιλία Μάτση
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
σήμερα ο πατέρας μου μού ζήτησε να τον βοηθήσω σε μία αγιογραφία που είχε να ζωγραφίσει. Εγώ ακολουθώντας τις οδηγίες του έφτιαχνα τα χρώματα για κάθε μέρος του σώματος του Αγίου. Η αλήθεια είναι πως εμένα η δουλειά του πατέρα μου δεν με ευχαριστεί και ούτε με κάνει ευτυχισμένο. Καθώς λοιπόν δούλευα στα χρώματα σκεφτόμουν την ευτυχία των άλλων παιδιών που σπέρνουν τη γη και ζουν ευτυχισμένα με τα ζευγάρια τους, ενώ εγώ θα καταντήσω σαν τον πατέρα μου κλεισμένος μέσα σε ένα δωμάτιο όλη μέρα χωρίς να καταφέρνω τίποτα απαραίτητα. Την τέχνη του τη βρίσκω αδιάφορη. Σήμερα μάλιστα που έφτιαχνα τα χρώματα πάντα κάτι έκανα λάθος σε κάτι τόσο εύκολο, σύμφωνα με τον πατέρα μου. Εκείνος όμως δεν πειράχτηκε, είναι όπως φαίνεται αποφασισμένος να με μάθει την τέχνη του θέλω δεν θέλω. Πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσω την παράδοση που ξεκίνησε ο παππούς μου, όμως αυτό που δεν καταλαβαίνει είναι πως αυτή η δουλειά μόνο δυστυχία θα μου φέρει αφού δεν επιθυμώ να την ακολουθήσω. Όλα τα άλλα επαγγέλματα γι αυτόν είναι κακά. Ευτυχώς που με άφησε να κατέβω στο χωριό γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να ηρεμήσω γιατί αλλιώς θα είχαμε καβγά μεγάλωνο. Το ξέρω πως θέλει το καλό μου αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να μου κόβει τα φτερά.
Μυρσίνη Κάλφα
Τότε όλα τα παιδιά έναν κύκλο μεγάλο έκαναν γύρω από τη φωτιά. Τραγούδησαν μαζί με τα γέλια τους να αντηχούν σε όλες τις πλευρές και γωνίες του χωριού. Έπαιζαν μες στα σκοτάδια να κρύβονται ένας από τον άλλο και αντίστροφα, άλλοτε να τρέχουν μανιωδώς μέσα από τα μονοπάτια γελώντας και φωνάζοντας. Ο μόνος τους μάρτυρας ήταν το φεγγάρι. Κανένας στο χωριό ύπνο δεν έκανε. Έτσι ήταν η ζωή του γιου του αγιογράφου γεμάτη ενθουσιασμό για τις επόμενες φορές που θα έπαιζε με τους φίλους του. Γι αυτό και του άρεσε η ζωή στη φύση, δεν ήταν φτιαγμένος για τον περιορίζουν τέσσερις τοίχοι, δεν ήθελε να έχει την ίδια μοίρα με αυτή του πατέρα του. Αντίθετα, ήθελε να νιώθει ελεύθερος, ελεύθερος από τα βάσανα και από τη μοναξιά, τη θλίψη και την συνεχή αγγαρεία. Γιατί για αυτόν το να ζωγραφίζει ήταν αγγαρεία, δεν ήθελε να απογοητεύσει τον πατέρα του για αυτό και τον βοηθούσε όμως δεν ήθελε να του δώσει ελπίδες. Αλλά τι μπορούσε να κάνει; Ο πατέρας του επέβαλε συνεχώς κάτι που δεν θέλει και εκείνος να μην μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα μπροστά του. Με αυτές τις σκέψεις κοιμόταν κάθε βράδυ να τον βασανίζουν μέχρι την ανατολή του ηλίου.
Μυρσίνη Κάλφα
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.



'
