Μια μικρή ιστορία για την Ενσυναίσθηση

 

Νύχτωσε. Και όπως ο μικρός Άκης κάθισε στον καναπέ κοντά στον κοιμισμένο πατέρα του είπε πάλι: «Μπαμπά, μπαμπά» τον έσπρωξε για να τον ξυπνήσει. Ο μπαμπάς του Άκη ήξερε ότι ο γιος του δεν θα ησύχαζε ούτε θα κοιμόταν μέχρι να ακούσει την ιστορία πάλι. Κάθε βράδυ, πριν πάει ο Άκης να κοιμηθεί, πάντα έλεγε στον μπαμπά του να του πει την ίδια ιστορία, είχε γίνει έθιμο.

Ο ξανθομάλλης άντρας ξύπνησε, ξέροντας πως δεν είχε άλλη επιλογή. «Εντάξει, εντάξει, Άκη μου, είμαι ξύπνιος. Τι θέλεις;» τον ρώτησε. Ο Άκης τον κοίταξε με ένα βλέμμα κουταβιού που ήθελε να παίξει. «Θα μπορούσες να μου ξαναπείς αυτήν την ωραία ιστορία πριν πάω για ύπνο;» τον ρώτησε. Ο μπαμπάς χαμογέλασε. «Εντάξει, με έπεισες».

Ο Άκης γέλασε παιδιάστικα, και πήρε αγκαλιά τον μπαμπά του. «Όπως κάθε άλλη μέρα, οι Πέμπτες ήταν οι πιο κουραστικές για τον νεαρό πρωταγωνιστή μας, τον Κωνσταντή. Έπρεπε να δουλεύει σκληρά ως χτίστης σπιτιών , ώστε να βγάλει τα λεφτά για να έχει φαγητό και συντηρημένο διαμέρισμα. Ο μικρός Κωνσταντής δεν σκεφτόταν να αγοράσει παιχνίδια ή βιβλία με ιστορίες. Το μόνο που τον ένοιαζε, ήταν να ζει μια καλή, εύκολη ζωή. Αλλά, η μοίρα δεν του ‘κανε τη χάρη. Δούλευε, και δούλευε, και δούλευε, μέχρι που πρήστηκαν και κουράστηκαν τα χέρια του πια. Δεν μπορούσε να τα κουνήσει καλά. Και έτσι, τον απέλυσαν, και τον άφησαν στον δρόμο να ζητιανεύει». Ο Άκης έκανε ένα στεναχωρημένο πρόσωπο. «Και τι έγινε μετά;» ρώτησε, λες και δεν ήξερε.

Ο πατέρας του χαμογέλασε. «Οι μέρες έγιναν πιο κουραστικές για τον νεαρό Κωνσταντή. Δεν μπορούσε να πληρώσει πια το νοίκι για το διαμέρισμά του, οπότε, δεν είχε ούτε μέρος να κοιμηθεί. Ζητιάνευε στους δρόμους που ζούσαν περισσότερο πλούσιοι επιχειρηματίες, και ευχόταν μήπως κάποιος είχε την καρδία να τον φροντίσει. Αλλά, δεν καλυτέρευσε η κατάσταση. Όποιος πλούσιος περνούσε από το πλευρό του, ή θα τον αγνοούσε, ή θα τον βαρούσε και θα τον έβριζε. Αλλά, δεν ήταν μόνο πλούσιοι που έμεναν σε αυτόν τον δρόμο. Υπήρχαν μερικοί όχι και τόσο πλούσιοι άνθρωποι, που τον νοιάζονταν, του έδιναν λεφτά, μερικές φορές τον καλούσαν να φάει στα σπίτια τους»

«Όπως άλλη μια μέρα, ένας πλούσιος πέρασε από δίπλα του. «Μα τι αηδιαστικός άνθρωπος» είπε. «Εύχομαι να μην είχα να κάνω με κάτι φτωχούς σαν και εσένα. Με αηδιάζουν». Ο νεαρός Κωνσταντής κοίταξε τον επιχειρηματία και του είπε: «Μπορεί να έχεις περισσότερα χρήματα, να είσαι πιο πετυχημένος από εμένα, αλλά δεν είσαι ανώτερος από εμένα. Γιατί δεν έχεις νιώσει ποτέ αληθινή ευτυχία και αληθινή αγάπη. Η ευτυχία δεν έρχεται από το χρήμα, έρχεται από την καρδιά». Ο επιχειρηματίας έσφιξε τα δόντια του και έφυγε ντροπιασμένος, χωρίς να πει τίποτα άλλο».

Συνέχισε: «Μετά από μερικές μέρες, ο Κωνσταντής γνώρισε μια γυναίκα, την ερωτεύτηκε, την παντρεύτηκε, και έζησε μια χαρούμενη ζωή με αυτή και τον γιό του. Τέλος». Ο μικρός Άκης χασκογέλασε. «Πες μου, για ποιόν μιλάει αυτή η ιστορία;» ρώτησε. Ο κ. Κωνσταντής χαμογέλασε. Ο μικρός Άκης κατάλαβε με αυτό το βλέμμα, ότι αυτή η ιστορία δεν ήταν απλά ένα παραμύθι, ήταν η παρελθοντική ζωή του πατέρα του. «Χαίρομαι που σε έχω ως πατέρα» είπε ο Άκης. Ο κ. Κωνσταντής τον αγκάλιασε σφικτά.

«Ποτέ μην φέρεσαι στους άλλους σαν κατώτερους σου, πάντα να είσαι ευγενικός μαζί με όλους, και αυτούς που μπορεί να είναι πιο διαφορετικοί από εσένα ή να μην σε συμπαθούν. Πάντα να βοηθάς αυτούς που ίσως δεν μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους. Να χαιρετάς και τους φίλους σου, αλλά και αυτούς που δεν ξέρεις τόσο καλά» ο κ. Κωνσταντής είπε με πλατύ χαμόγελο. Ο μικρός Άκης κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, και πήγε για ύπνο.

Παντελίδης Γιώργος

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης