
Όταν ρώτησαν
Και τότε ρώτησαν “τι θες να γίνεις; “
Και ενώ ήξερα δεν το πα ,
από το στόμα μου βγήκε κάτι ξένο,
όχι τόσο ονειρεμένο,
ενός άλλου παιδιού δουλειά,
που ονειρευότανε από παλιά.
Και όσο το λεγα τόσο πονούσα,
και όσο τα άκουγα λυπόμουν,
απ” τον εαυτό Μ απογοητευόμουν
Μα μου ’ χαν πει να το ξεχάσω,
Πως αν γίνω θα πεινάσω,
πως δεν ήτανε δουλεία
μόνο hobby για παιδεία,
πως δεν θα έβγαζα λεφτά,
δεν θα πήγαινα ψηλά,
Και ‘γω μικρή τους αγνοούσα και τον στόχο μου μόνο κοιτούσα ,
να με βλέπει ένα παιδί κάπου κάτω απ” την σκηνή
και να λέει “αχ να ήμουν σαν αυτήν.”
Τώρα μπήκαν τα λεφτά
κύριο κριτήριο για δουλειά, παν τα όνειρα, ποια ελπίδα;
Άσε τα έργα την σκηνή, παράτα και την μουσική,
σκίσε τώρα τον καμβά ,πετά την νερομπογιά
Άκου εκεί εικαστικός, χορευτής, ηθοποιός.
Είναι επάγγελμα αυτό; Θα γελάσω δεν μπορώ.
Άκου εκεί σου αρέσει η τέχνη,
άσε μας ρε καλλιτέχνη.
Βρες καλύτερα εργασία,
άσε την θεατρολογία.
Εδώ η τέχνη δεν χωρά ,
μας το δείξαν καθαρά.
Γίνε ένας λογιστής, ιατρός, καθηγητής
Αυτό είναι βρε σωστή δουλειά,
όχι τα εικαστικά,
Αφού το είπαμε εδώ η τέχνη μας δεν χωρά…
