Ένα πρωί – Νιάκα Σοφία

ΠΡΩΙ

Ένα πρωί

Στης ζωής το πλήθος είμαστε μια σκιά μικρή,
σαν φύλλο που το παίρνει μια στιγμή.
Κι αν φύγεις νωρίς, πριν μάθεις να κρατάς,
ο κόσμος δεν ρωτά, δεν σταματά.

Η γη θα γυρνά στον ίδιο της ρυθμό,
κι ο ήλιος θα ξυπνά τον ουρανό,
το φεγγάρι θα στάζει φως ασημί,
και τ’ άστρα θα γελούν σιωπηλά.

Τα δέντρα θα ανθίζουν σαν να μην πονάν,
τα ζώα θα ζουν, θα τρέχουν, θα γελάν,
κι ο άνεμος θα ψιθυρίζει ξανά,
πως όλα συνεχίζουν κανονικά.

Μα κάπου θα λείπει μια ανάσα απ’ το δωμάτιο,
ένα όνομα γραμμένο στο τετράδιο,
μια καρέκλα άδεια, ένα βλέμμα χαμένο,
ένα «γύρνα» που μένει κενό.

Τα άπλυτα θα μένουν στο καλάθι σιωπηλά,
οι ζωγραφιές θα σε κοιτούν απ’ τον τοίχο ψηλά,
η κολόνια μισή σαν μνήμη που πονά,
και το κρεβάτι άστρωτο θα σε ζητά.

Η πόρτα μισάνοιχτη, σαν να περιμένει,
μια σκιά να φανεί, μια φωνή να ακουστεί,
πως όλα ήταν αστείο, μια μικρή ανατροπή,
μα η σιωπή απαντά «δεν είναι πια εκεί».

Και αυτοί που έμειναν, δεν έφυγαν μαζί,
μα κάτι μέσα τους έσβησε σιωπηλά εκεί,
ζουν… μα όχι όπως πριν, όχι αληθινά,
κουβαλούν μια απουσία βαριά.

Γιατί όταν φεύγει μια ψυχή απ’ το φως,
δεν χάνεται μόνη της, ραγίζει ο κόσμος εντός,
κι όσοι αγαπούν, χωρίς να πεθαίνουν μαζί,
μαθαίνουν να ζουν… με μισή ζωή.

 

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης