
Έρχομαι να σε βρω!
Βλέπω τον κόσμο να τρέχει μπροστά,
κι εγώ να μένω σε χνάρια παλιά,
σαν κύμα που σπάει χωρίς προορισμό,
σαν χρόνος που χάνεται στο κενό.
Μπορεί να μη θυμάμαι στιγμές φωτεινές,
ούτε γέλια, ούτε μέρες ζεστές,
μαζί σου όμως ξαναγεννήθηκαν αυτά,
σαν άνοιξη μέσα σε χειμωνιά.
Όταν οι μέρες μου ντύνονταν σκοτάδι βαρύ,
εσύ τις έκανες φως ζωντανό και απαλό πρωί,
κι όταν τα βράδια μου στάζαν πικρό,
τα έκανες όνειρο γλυκό, ουρανό.
Μου έμαθες να ζω, να ανασαίνω ξανά,
να μην φοβάμαι όσα πονάν βαθιά,
μα έφυγες νωρίς, σαν ψίθυρος βουβός,
κι έμεινα πίσω με λόγια κενού.
Δεν πρόλαβα να πω όσα έκρυβα εγώ,
όσα κρατούσα σαν φως μυστικό,
και τώρα γυρίζουν σαν άνεμος κρύος,
σε κάθε σιωπή, σε κάθε τοίχο.
Χορέψαμε μαζί μες στη βροχή,
τρέξαμε σαν να μην υπάρχει στιγμή,
κοιτάξαμε αστέρια, ουρανό ανοιχτό,
τη θάλασσα να σβήνει κάθε καημό.
Τα πουλιά μας έδειχναν δρόμους μακρινούς,
κι ο άνεμος χάιδευε ώμους γυμνούς,
ήταν ζεστός, σαν αγκαλιά σιωπηλή,
σαν υπόσχεση που δεν θα χαθεί.
Μα όταν έκλεισα τα μάτια μια στιγμή,
ο κόσμος ράγισε και εσύ δεν ήσουν εκεί,
έγινες μνήμη που καίει απαλά,
σαν φως που πονάει μέσα βαθιά.
Κι εγώ ανέβηκα εκεί, στην πλαγιά,
εκεί που κοιτούσαμε τη θάλασσα αγκαλιά,
που ο άνεμος μιλούσε απαλά,
σαν να ήξερε όσα δεν είπαμε ξανά.
Έκλεισα τα μάτια μου και άφησα σιωπή,
να γίνει δρόμος, να γίνει φωνή,
κι εκεί, ανάμεσα ουρανό και γη,
πήγα να σε βρω…
