
Ο Κώστας, το μαστορόπουλο, ξέρει να βράζει τον ασβέστη, ξέρει να σφυρίζει όμορφα μα δεν ξέρει να διαβάζει.
Τον είχα χαμένο για κάμποσο καιρό. Ώσπου μια μέρα, να το σφύριγμα του! Πηγαίνω στο παράθυρο και βλέπω τον Κώστα.
-
Θέλω κάτι να σου πω, μου λέει. Έρχεσαι μια στιγμή κάτω;
Βγήκα έξω.
-
Τι θέλεις Κώστα;
-
Μου είπες πως ξέρεις και διαβάζεις γράμματα. Έχω ένα γράμμα, θέλεις να μου το διαβάσεις;
-
Γράμμα; Εγώ δεν έχω διαβάσει ως τώρα γράμματα έτσι από χέρι γραμμένα. Μόνο του βιβλίου τα γράμματα διαβάζω.
-
Για δοκίμασε.
Το ανοίξαμε, δοκίμασα μα δυσκολεύτηκα πολύ.
-
Έλα μέσα Κώστα, η μητέρα μου θα σου το διαβάσει.
Μπήκαμε μέσα κι εγώ είπα στην μητέρα μου για ποιο σκοπό ήρθε ο Κώστας.
-
Κάθισε γιόκα μου και δώσε μου το γράμμα να σου το διαβάσω.
Το γράμμα ήταν από τη γιαγιά του και έγραφε:
Ζευγαλοτό, 12 του Οκτώβρη 1932
Αγαπητό μου παιδί.
Έλαβα τα λεπτά που μου έστειλες. Σε ευχαριστώ παιδάκι μου κι ο Θεός να σε βοηθήσει.
Μου παρήγγειλες να ρθω αυτού μα τι να με κάνεις γρια γυναίκα; Να μπορούσα να δούλευα!
Άσε με να το σκεφτώ.
Έχε την ευχή μου,
Η γιαγιά σου
Η μητέρα διάβασε το γράμμα και σήκωσε τα μάτια της δακρυσμένα και κοίταξε τον Κώστα.
-
Μπράβο Κώστα! Τόσο μικρός και φροντίζεις τη γιαγιά σου! Αυτό δείχνει πως είσαι καλό παιδί. Θέλω να γίνεις φίλος με το παιδί μου. Πες μου Κώστα, βρίσκεσαι μακριά από τους δικούς σου;
-
Δεν έχω δικούς μου πια. Είμαι από τη Σμύρνη. Όλους τους έχασα! Τον πατέρα μου, τη μητέρα μου και τον αδελφό μου. Μονάχα εγώ σώθηκα με τη γιαγιά μου. Από τη Σμύρνη μας έφεραν εδώ, σε ένα χωριό. Εγώ ήρθα ύστερα μόνος μου εδώ πέρα μαζί με έναν γείτονά μου για να βρω και να μάθω καμιά δουλειά. Τώρα ζητάω να φέρω και τη γιαγιά μου. Να δω πως θα τα καταφέρω.
-
Και δεν ξέρεις καθόλου γράμματα;
-
Καθόλου, είπε ο Κώστας.
-
Να του μάθω εγώ μητέρα; Να έρχεται ο Κώστας κάθε βράδυ στο σπίτι ύστερα από τη δουλειά του και εγώ θα τον διαβάζω.
Πώς χάρηκε το καημένο το μαστορόπουλο!
-
Αλήθεια, με ρώτησε, θα μου κάνεις αυτό το καλό; Να δεις και εγώ ότι μου ζητήσεις θα στο κάνω.
Από κείνη τη μέρα γίναμε οι πιο καλοί φίλοι. Κάθε βράδυ ερχόταν ο Κώστας και μελετάγαμε μαζί. Η μητέρα συχνά έλεγε ότι κοντεύει ο μαθητής να περάσει το δάσκαλο και γελάγαμε και οι τρεις.
Μια μέρα ο Κώστας μου έλυσε το πιο δύσκολο πρόβλημα που είχαμε! Κανείς στην τάξη δεν το είχε λύσει, ούτε ο σοφός της τάξης μας, ο Μήτσος.
-
Ποιος έλυσε το πρόβλημα, ρώτησε ο δάσκαλος.
Εγώ μόνο σήκωσα το χέρι.
-
Μπράβο, μπράβο, μου είπαν.
Μα εκείνη τη στιγμή συλλογίστηκα τον Κώστα και είπα:
-
Να μη μου λέτε εμένα το μπράβο, να το πείτε στον Κώστα, το μαστορόπουλο,
και διηγήθηκα με δυο λόγια την ιστορία του Κώστα.
-
Ε, τότε, είπε ο δάσκαλος, μπράβο και σε σένα που είσαι τόσο ευγενικός δάσκαλος και μπράβο και του Κώστα που είναι τόσο καλός μαθητής!
Όλη η τάξη θέλει τώρα να γνωρίσει τον Κώστα.
-
Αύριο να μας τον φέρεις.
Την άλλη μέρα να ‘μαστε μαζί και οι δύο. Ο καημένος ο Κώστας με πόση συγκίνηση μπήκε στο σχολείο! Στάθηκε σαστισμένος και μας κοίταξε όλους μέσα στην τάξη.
-
Σου αρέσει, τον ρώτησε ο δάσκαλος.
-
Δεν ξέρω, είπε. Μου αρέσει όμως να μάθω γράμματα για να μπορώ να διαβάζω βιβλία.
Από εκείνη τη μέρα άρχισε για τον Κώστα μια νέα ζωή. Ο δάσκαλος διόρισε επιστάτη του σχολείου τη γιαγιά του Κώστα και αυτός έγινε μαθητής.
Συντάκτης: Ελένη
