Το τέλος του κόσμου και οι Linkin Park

της Αγγελικής Τσιμούρη

 

Αυτό θα είναι το τελευταίο μου άρθρο για τη σχολική εφημερίδα, καθώς η χρονιά σιγά σιγά τελειώνει και πλησιάζει η στιγμή που θα αφήσω τα σχολικά μου χρόνια πίσω και θα κάνω ένα βήμα προς τον άγνωστο για μένα κόσμο της ενηλικίωσης. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισα να γράψω για ένα έργο τέχνης χωρίς το οποίο δεν θα ήμουν αυτή που είμαι σήμερα. Πρόκειται για το «A Thousand Suns», το τέταρτο άλμπουμ του αγαπημένου μου συγκροτήματος, των Linkin Park. Αν και όχι τόσο αναγνωρισμένο όσο η υπόλοιπη δισκογραφία τους, για μένα είναι ένα προϊόν αγάπης, πάθους και αφοσίωσης και μια από τις πιο ωμές και τρομακτικά όμορφες απεικονίσεις της ανθρωπότητας όπως την ξέρουμε.

 

Το «A Thousand Suns» παρουσιάζει ένα δυστοπικό μέλλον όπου ο κόσμος καταστρέφεται εξαιτίας ενός πυρηνικού πολέμου— ένα σενάριο που δεν φαντάζει ιδιαίτερα αδύνατο στις μέρες μας. Ο τίτλος αποτελεί αναφορά στην Μπαγκαβάτ Γκίτα, ένα από τα σημαντικότερα ιερά κείμενα του Ινδουισμού, και συγκεκριμένα στην φράση: «Αν εκατοντάδες χιλιάδες ήλιοι ανέτειλαν ταυτόχρονα στον ουρανό, ίσως να θύμιζαν τη λάμψη του Υπερτάτου Προσώπου σε εκείνη τη συμπαντική μορφή». Λέγοντας το αυτό ο Σαντζάγια ουσιαστικά προσπαθεί να δώσει μια νοηματική εικόνα της αποκάλυψης του Θεού. Μάλιστα, θεωρείται πως ο Robert Oppenheimer, ο «πατέρας της ατομικής βόμβας», παρέθεσε αυτή τη φράση λίγο μετά την πυρηνική δοκιμή Τρίνιτυ το 1945.

 

Το άλμπουμ αυτό κυκλοφόρησε το 2010, με παραγωγούς τους Mike Shinoda και Rick Rubin. Το συγκρότημα τώρα αποτελείται από την Emily Armstrong (κύρια τραγουδίστρια), τον Mike Shinoda (τραγουδιστής, κιθαρίστας ρυθμού, πληκτρίστας), τον Brad Delson (βασικός κιθαρίστας), τον Joe Hahn (DJ), τον Colin Brittain (ντράμερ) και τον Dave Pharrell (μπασίστας). Ωστόσο, ο ντράμερ τους εκείνη την εποχή ήταν ο Rob Bourdon και ο βασικός τους τραγουδιστής ήταν ο Chester Bennington, ο οποίος απεβίωσε το 2017. Συνολικά το «A Thousand Suns» αποτελείται από 15 τραγούδια, όλα εκ των οποίων είναι εξαιρετικά με τον δικό τους μοναδικό τρόπο. Γι’αυτό, λοιπόν, πιστεύω πως αξίζει να εξετάσουμε καθένα από αυτά ξεχωριστά.

 

1) The Requiem

Το τραγούδι αυτό αποτελεί ένα σύντομο πρελούδιο που χτίζει σιγά σιγά την ένταση και μας βάζει στο κλίμα του άλμπουμ. Καθώς φτάνει στο τέλος, γίνεται όλο και πιο δυνατό με μια αντίστροφη μέτρηση να ακούγεται στο βάθος. Νιώθει ψυχρό και απόμακρο, προκαλώντας μας ένα άγχος. Η μουσική επένδυση είναι ηλεκτρονική και η γυναικεία φωνή που τραγουδάει είναι ρομποτική. Οι στίχοι, όμως, ανήκουν στην εισαγωγή του «The Catalyst», ένα από τα τελευταία τραγούδια του άλμπουμ, και αποτελούν μια κραυγή για σωτηρία. Η ποιητική φωνή, που αναπαριστά την ανθρωπότητα, προσεύχεται τρομοκρατημένη και αναρωτιέται «αν θα καεί στις φλόγες χιλίων ήλιων για τις αμαρτίες του χεριού της, της γλώσσας της, του πατέρα και και των παιδιών της». Είναι ένα απίστευτα τραγικό κομμάτι, διότι παρόλο που οι άνθρωποι αναγνώρισαν επιτέλους τα λάθη τους, είναι πλέον πολύ αργά για να σωθούν.

 

2) The Radiance

Με το που τελειώνει η αντίστροφη μέτρηση, το «The Requiem» κόβεται και μας μεταβιβάζει στο επόμενο τραγούδι. Το «The Radiance» μάς προκαλεί ακόμη περισσότερη αναστάτωση, καθώς ακούμε συνεχόμενα δυνατά χτυπήματα και τον ανατριχιαστικό λόγο που εκφώνησε ο Oppenheimer το 1965, είκοσι χρόνια μετά την πρώτη δοκιμή της ατομικής βόμβας. Όντας στοιχειωμένος από τη μαζική καταστροφή που προκάλεσε η ίδια του η δημιουργία, παραθέτει το χαρακτηριστικό πλέον κομμάτι από την Μπαγκαβάτ Γκίτα: «Και έτσι έγινα ο Θάνατος, ο καταστροφέας των κόσμων». Ο πόνος στη φωνή του και το βλέμμα στο πρόσωπό του αποκαλύπτουν έναν άντρα συντετριμμένο από το βάρος των ενοχών του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

3) Burning in the Skies

Σε σχέση με τα προηγούμενα δύο κομμάτια που ήταν πρελούδια, το «Burning in the Skies» είναι το πρώτο τραγούδι του άλμπουμ. Ξεκινάει με ένα αργό πιάνο και στη συνέχεια προστίθενται ένα ένα τα υπόλοιπα όργανα, με τους Shinoda και Bennington να τραγουδούν εναλλάξ. Περιγράφουν μια κατεστραμμένη πόλη, έναν ωκεανό από συντρίμμια, και την ατμόσφαιρα που έχει γεμίσει με καπνό και τη μυρωδιά του «αίματος της αθωότητας». Ο άνθρωπος διάλεξε τον πόλεμο και με τη χρήση πυρηνικών όπλων κατέστρεψε τη Γη, που σύμφωνα με το ποιητικό υποκείμενο ήταν ένα δώρο που δεν του άξιζε ούτως ή άλλως. Αυτός επέλεξε τη μοίρα του και το φταίξιμο είναι όλο δικό του. Το τραγούδι μάς προειδοποιεί πως αν αφήσουμε το μίσος και την απληστία να μας κυριεύσουν, στο τέλος μόνο τον εαυτό μας θα μπορούμε να κατηγορήσουμε για την καταστροφή μας.

 

4) Empty Spaces

Αποτελεί ένα πολύ σύντομο ιντερλούδιο και μια ακουστική εικόνα μιας στερεοτυπικής σκηνής πολέμου. Ακούμε τον ήχο τζιτζικιών, ο οποίος σταδιακά επισκιάζεται από έντονους βομβαρδισμούς και τις κραυγές ενός στρατιωτικού διοικητή. Το τραγούδι γρήγορα τελειώνει και μας πηγαίνει στο επόμενο.

 

5) When They Come for Me

Το «When They Come for Me» είναι το μόνο τραγούδι στο άλμπουμ το οποίο δεν έχει κάποια απευθείας σχέση με το ευρύτερο θέμα της συντέλειας του κόσμου. Αφορά την αντίδραση του συγκροτήματος στα αρνητικά σχόλια των κριτικών και του κόσμου για τη μουσική τους και είναι ένα κομμάτι αντιπροσωπευτικό του ήθους τους ως καλλιτέχνες. Τα δύο πρώτα τους άλμπουμ γνώρισαν τεράστια επιτυχία παγκοσμίως, όντας το αποκορύφωμα της nu metal. Όμως η μπάντα ήθελε να πειραματιστεί δημιουργικά και όχι να ακολουθήσει αυτή τη «σίγουρη» φόρμουλα για επιτυχία, μια επιλογή που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Καθόλη τη διάρκεια της υπόλοιπης καριέρας τους έκαναν αυτό που εκείνοι ήθελαν, δημιουργώντας με πάθος και αυτό είναι που αγαπώ τόσο πολύ για τους Linkin Park. Πήραν ρίσκη που μπορεί να μην απέδωσαν οικονομικά, τουλάχιστον σε σχέση με τους δύο πρώτους δίσκους τους, αλλά παρέμειναν αυθεντικοί, με την αγάπη τους για τη μουσική πάντα στο προσκήνιο. Το τραγούδι αυτό χαρακτηρίζεται από έναν πλούσιο, σχεδόν μηχανικό, ρυθμό και μερικούς από τους καλύτερους στίχους του Shinoda. Τελειώνει με μια μελωδία από κραυγές και τη φωνή ενός στρατιωτικού διοικητή, όπως το «Empty Spaces».

 

6) Robot Boy

Ζούμε σε μια εποχή όπου λόγω των ΜΜΕ βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από άσχημα νέα, που εκτίθουν την πιο σκοτεινή πλευρά του κόσμου. Μέσα σε αυτό το χάος είναι εύκολο να χάσουμε κάθε ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον και να αφήσουμε την απάθεια να μας κυριεύσει, ώστε να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από τον πόνο της σκληρής πραγματικότητας. Το αγόρι-ρομπότ εκφράζει ότι δεν θα αγωνιστεί, γιατί κανείς δεν θα αγωνιστεί για εκείνο και ότι δεν υπάρχει αρκετή αγάπη στον κόσμο, αλλά και κανένας να αγαπήσει. Βλέποντας την ανθρωπότητα να αυτοκαταστρέφεται, έχει μετατραπεί σε έναν παθητικό δέκτη αυτής της κατάστασης. Όμως, η ποιητική φωνή του λέει να κρατηθεί λίγο ακόμα, γιατί μια μέρα ο κόσμος θα πάψει να είναι κακός και αυτό το βάρος στην καρδιά του θα εξαφανιστεί, επιτρέποντας του να ζήσει και να αγαπήσει ελεύθερα. Το τραγούδι με την απλή, αλλά πανέμορφη ενορχήστρωσή του και με την αρμονική μελωδία της φωνής του Bennington αποδεικνύει ότι ακόμα και στο τέλος του κόσμου υπάρχει ελπίδα.

 

7) Jornada del Muerto

Jornada del Muerto («Ταξίδι του νεκρού» ή «Διαδρομή του νεκρού») είναι το όνομα της ερήμου όπου πραγματοποιήθηκε η πυρηνική δοκιμή Τρίνιτυ το 1945. Έναν μήνα αργότερα, η πυρηνική βόμβα ουρανίου «Little Boy» ρίφθηκε στη Χιροσίμα από το πλήρωμα ενός αμερικανικού βομβαρδιστικού αεροπλάνου, σκοτώνοντας άμεσα περίπου 70.000 ανθρώπους. Κατά τους επόμενους μήνες, περίπου 60.000 ακόμα άνθρωποι απεβίωσαν από τραύματα ή έκθεση σε ραδιενέργεια. Από το τότε μέχρι και σήμερα, αρκετές χιλιάδες ακόμα έχουν πεθάνει από ασθένειες που προκάλεσε η έκρηξη της βόμβας, οι περισσότεροι εκ των οποίων από λευχαιμία, λέμφωμα, καρκίνο των πνευμόνων και άλλα είδη καρκίνου. Το τραγούδι αποτελεί ένα ιντερλούδιο, στο οποίο επαναλαμβάνονται οι στίχοι «σήκωσέ με, άφησέ με» στα ιαπωνικά. Όπως και στο «The Requiem», και αυτοί οι στίχοι ανήκουν στο «The Catalyst». Το ποιητικό υποκείμενο ζητάει να το σηκώσουν από το πάτωμα και να το απελευθερώσουν από τα δεσμά που το κρατάνε αιχμάλωτο, είτε αυτά είναι ο πόνος εξαιτίας της καταστροφής του κόσμου είτε ο ίδιος του ο εαυτός.

 

8) Waiting for the End

Αν έπρεπε να ονομάσω το αγαπημένο μου τραγούδι, θα έλεγα ότι είναι το «Waiting for the End», χωρίς δεύτερη σκέψη. Το άκουσα για πρώτη φορά σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου και μου έδωσε μια απίστευτη δίψα για ζωή, την οποία ανανεώνει διαρκώς. Είναι ένα τραγούδι καταθλιπτικό, αλλά ελπιδοφόρο, απλό και ήσυχο, αλλά ταυτόχρονα εκρηκτικό και δυναμικό. Ξεκινάει με το ραπ του Shinoda, που έχει ένα ρέγκε στυλ. Ύστερα, ακούγεται η πονεμένη φωνή του Bennington, ο οποίος αντιπροσωπεύοντας την ανθρωπότητα εκφράζει ότι ο πόνος του να βλέπει τον κόσμο να καταστρέφεται είναι τόσο έντονος που, ακόμα και αν του είναι δύσκολο, περιμένει να έρθει το τέλος ώστε να βγει επιτέλους από τη μιζέρια του. Εύχεται να μπορούσε να ανταλλάξει τη ζωή του για αυτή κάποιου άλλου, αλλά είναι μάταιο. Ο Shinoda επιστρέφει για να του υπενθυμίσει ότι μαζεύοντας τα θραύσματα της κατεστραμμένης ζωής του, το πιο δύσκολο κομμάτι του τέλους είναι να βρεις από πού να αρχίσεις πάλι. Εκεί είναι που ξεκινάει η πιο όμορφη κλιμάκωση που έχω ακούσει. Οι δύο άντρες τραγουδάνε ο ένας πάνω στον άλλον, με τον Bennington να δίνει έμφαση στο ρεφρέν: «κρατιέμαι από όσα δεν έχω». Όταν έχουμε χάσει το κουράγιο μας, αυτό που μας δίνει το κίνητρο να συνεχίσουμε είναι τα όνειρα και οι ελπίδες μας. Όποτε νιώθω πως δεν αντέχω άλλο και είμαι έτοιμη να τα παρατήσω, απλά θυμάμαι τη ζωή που θέλω να έχω και συνεχίζω να μάχομαι για να φτάσω εκεί.

 

9) Blackout

To «Blackout» είναι ένα τραγούδι που χαρακτηρίζεται από πολλές αντιθέσεις. Συγκρίνοντάς το με τα υπόλοιπα, είναι πολύ επιθετικό και εκφράζει την αγανάκτηση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στα κέντρα εξουσίας. Εξαιτίας της απληστίας και της δίψας τους για δύναμη, η ανθρωπότητα, μέσω της φωνής του Bennington, ουρλιάζει οργισμένα ότι εκείνοι ευθύνονται για αυτή την καταστροφή, ότι φλόμωσαν τον κόσμο στο ψέμα και τους πήραν τα πάντα. Παρόλο που προσπάθησαν να κρατήσουν τις προθέσεις τους κρυφές, το ποιητικό υποκείμενο παραδέχεται ότι τις γνώριζε, αλλά αποφάσισε να μην κάνει τίποτα. Όταν αυτοί στην εξουσία είδαν τον χάος που προκάλεσαν, έριξαν το φταίξιμο στον λαό και χωρίς καμία τύψη για τις πράξεις τους, έτρεξαν να σώσουν τα τομάρια τους. Τότε είναι που ο τόνος του τραγουδιού αλλάζει δραματικά και από λυσασμένες κραυγές μετατρέπεται στην αρμονική μελωδία των φωνών του Bennington και του Shinoda. Οι δυο τους ζητούν από τους κυβερνώντες να «κατέβουν από τον θρόνο τους» και να έρθουν να υποφέρουν μαζί με την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

 

10) Wretches and Kings

Το τραγούδι ξεκινάει με ένα απόσπασμα από τον διάσημο λόγο που εκφώνησε ο Mario Savio, ένας ακτιβιστής του Κινήματος Ελευθερίας του Λόγου, στην πανεπιστημιούπολη του Berkeley το 1964. Ποιος ήταν ο λόγος; Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1964, η διοίκηση του πανεπιστημίου αποφάσισε να περιορίσει δραστικά τις πολιτικές δραστηριότητες (εκδηλώσεις, εράνους, διανομή φυλλαδίων κ.ά.) στους χώρους του ιδρύματος. Μάλιστα, ο πρύτανης δήλωσε πως ένα πανεπιστήμιο πρέπει να λειτουργεί σαν μια βιομηχανία, όπου οι φοιτητές είναι η πρώτη ύλη και δουλειά του διδακτικού προσωπικού είναι να τους μετατρέψει σε προϊόντα. Ο Mario Savio, με αφορμή αυτό το αηδιαστικό σχόλιο, τόνισε στον λόγο του πως οι μαθητές δεν είναι κάποιο προϊόν προς πώληση, αλλά άνθρωποι. Ύστερα, προέτρεψε τους συμφοιτητές του να διαμαρτυρηθούν μαζί του, λέγοντας ότι: «Υπάρχει μια στιγμή που η λειτουργία του μηχανήματος γίνεται τόσο απεχθής, αρρωσταίνει τόσο πολύ την καρδιά σου, που δεν μπορείς να λάβεις μέρος! Ούτε παθητικά μπορείς να λάβεις μέρος! Και πρέπει να βάλεις το σώμα σου επάνω στα γρανάζια και στους τροχούς, στους μοχλούς, σε όλο το μηχάνημα, και πρέπει να το σταματήσεις! Και πρέπει να υποδείξεις στους υπεύθυνους, στους ανθρώπους που το κατέχουν, ότι εάν δεν είστε ελεύθεροι, το μηχάνημα δεν θα μπορεί να λειτουργήσει καθόλου!». Έτσι, το «Wretches and Kings» αποτελεί ένα κάλεσμα για επανάσταση. Οι δύο τραγουδιστές δείχνουν την αλαζονεία των κυβερνώντων, οι οποίοι νιώθουν ασφαλείς νομίζοντας ότι έχουν τα «ζώα» υπό τον έλεγχό τους. Όμως στο τέλος, οι μάζες επαναστατούν, αποδεικνύοντας ότι ενωμένοι για έναν κοινό σκοπό έχουμε πολύ περισσότερη δύναμη από αυτούς που μας εξουσιάζουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

11) Wisdom, Justice, and Love

Και εδώ ξεκινάμε με ένα ακόμη μικρό απόσπασμα από μια διάσημη ομιλία, αυτή τη φορά του Martin Luther King Jr. Την εκφώνησε ακριβώς έναν χρόνο πριν δολοφονηθεί, στις 4 Απριλίου του 1967,  και αποτελεί διαμαρτυρία κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Συγκεκριμένα, είπε πως: «Αυτός ο τρόπος επίλυσης των διαφορών μας δεν είναι δίκαιος. Το να καίμε ανθρώπους με ναπάλμ, να γεμίζουμε τα σπίτια του έθνους μας με ορφανά και χήρες, το να εγχέουμε στις φλέβες του λαού δηλητηριώδη ναρκωτικά μίσους, το να γυρνάνε άνδρες στα σπίτια τους από τα σκοτεινά και αιματηρά πεδία μάχης, ανάπηροι και ψυχολογικά διαταραγμένοι… Δεν μπορούμε να επανορθώσουμε για όλα αυτά με σοφία, δικαιοσύνη και αγάπη». Η τελευταία πρόταση επαναλαμβάνεται, καθώς η φωνή του παραμορφώνεται όλο και πιο πολύ. Στο τέλος, ακούγεται σαν ένα ρομπότ, αναπαριστώντας την απώλεια της ανθρωπιάς στις καρδιές των ανθρώπων εξαιτίας του πολέμου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

12) Iridescent

Σαν μια μικρή αχτίδα φωτός σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, το «Iridescent» έρχεται να μας θυμίσει πως όσο σκούρα και να μοιάζουν τα πράγματα, υπάρχει ακόμα ελπίδα. Οι στίχοι περιγράφουν έναν σφοδρό κατακλυσμό και μια «έκρηξη φωτός που τύφλωσε κάθε άγγελο». Ένας απελπισμένος άνθρωπος, βλέποντας τον όλεθρο που έσπειρε ο πυρηνικός πόλεμος, βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην απόγνωση. Νιώθει μόνος και σιγά σιγά τον τυλίγει η παγωνιά. Κάθε φορά που νομίζει πως η ζωή του θα καλυτερεύσει, όλα γίνονται χειρότερα και πλέον η ελπίδα τον πονάει πολύ. Όμως οι ποιητικές φωνές του λένε να αφήσει αυτή τη λύπη και την απογοήτευση πίσω και να ελευθερώσει τον εαυτό του. Μάλιστα προς το τέλος, όλα τα μέλη του συγκροτήματος επαναλαμβάνουν αυτούς τους στίχους προσδίδοντας στο τραγούδι ένα αίσθημα ενότητας. Σκοπός τους είναι να δείξουν στον κόσμο ότι τίποτα δεν φαντάζει αδύνατο αν όλοι δουλέψουν μαζί.

 

13) Fallout

Το «Fallout» υπηρετεί τον ρόλο ενός πρελούδιου για το «The Catalyst», που θεωρείται το κεντρικό τραγούδι του άλμπουμ. Αποτελείται από μια ρομποτική εκδοχή του ρεφρέν του «Burning in the Skies», πράγμα που ενώνει την αρχή με το τέλος του άλμπουμ, υποδηλώνοντας την κυκλική φύση του πολέμου. Καθώς φτάνει στο τέλος του, η φωνή του ρομπότ μετατρέπεται σε αυτή του Shinoda, που μας θυμίζει την ευθύνη της ανθρωπότητας για όλη αυτή την πανωλεθρία.

 

14) The Catalyst

Η ανθρωπότητα για άλλη μια φορά προσεύχεται για έλεος, λέγοντας πως ήταν ένας λαός υπόδουλος και η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη. Ωστόσο, πλέον είναι πολύ αργά. Δεν είναι έτοιμη να αποδεχτεί τη μοίρα της και ο φόβος για το μέλλον την πνίγει. Συγκεκριμένα, η ποιητική φωνή περιγράφει τον κόσμο ως εξής:
«Και όταν κλείσω τα μάτια μου απόψε,

σε συμφωνίες εκτυφλωτικού φωτός!

Σαν αναμνήσεις σε παγωμένη σήψη,

μεταδόσεις που αντηχούν μακριά,

μακριά από τον κόσμο του εγώ και του εσύ,

όπου οι ωκεανοί αιμορραγούν στον ουρανό!»

Οι στίχοι αυτοί αποτελούν αναφορά στις δύο ατομικές βόμβες που ρίφθηκαν στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, καθώς και στις ραδιοφωνικές μεταδόσεις που κατάφεραν να εγκαταλείψουν την ατμόσφαιρα και να ταξιδέψουν στο διάστημα. Το τραγούδι χαρακτηρίζεται από έντονη απελπισία και μπροστά στη μάταιη αυτή πραγματικότητα, το ποιητικό υποκείμενο επιθυμεί να τρέξει μακριά και να χαθεί. Στο τέλος, επαναλαμβάνονται οι στίχοι από το «Jornada del Muerto», αυτή τη φορά στα αγγλικά.  Η ανθρωπότητα ακόμα παρακαλάει να τη σηκώσουν από αυτή τη σκοτεινή άβυσσο και να την επιστρέψουν πίσω σε μια εποχή, όπου επικρατεί γαλήνη. Υπάρχει τελικά ελπιδά;

 

15) The Messenger

Το «The Messenger» είναι ένα από τα πιο μοναδικά τραγούδια στη δισκογραφία των Linkin Park και το τελευταίο του άλμπουμ, μιας και η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. Βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τα υπόλοιπα τραγούδια, καθώς τα ηλεκτρονικά στοιχεία απουσιάζουν. Αποτελείται από μια ακουστική κιθάρα, ένα πιάνο και την πιο ωμή και όμορφη, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία του Bennington. Το ποιητικό υποκείμενο, ο αγγελιοφόρος, βλέπει κάποιον που νιώθει μόνος και αποκομμένος από τον υπόλοιπο βάναυσο κόσμο. Το μήνυμα που έρχεται να του παραδώσει τον ενθαρρύνει να «ακούσει τις αγγελικές φωνές της καρδιάς του» και τον ενημερώνει πως αυτές, τραγουδώντας του, θα τον βοηθήσουν να επιστρέψει στο σπίτι του. Όταν νιώθει πως έχει υποφέρει αρκετά και χάνει το κουράγιο του, του υπενθυμίζει πως υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που τον αγαπούν και θα τον αγαπούν για πάντα. Σαν φύλακας άγγελος, ο αγγελιοφόρος βοηθά τους απεγνωσμένους να βρουν τον δρόμο τους χρησιμοποιώντας την αγάπη για πυξίδα. Πιο συγκεκριμένα, τους λέει ότι: «όταν η ζωή μάς τυφλώνει, η αγάπη μάς κρατά καλοσυνάτους». Πολλές φορές πονάμε τόσο πολύ που άθελά μας πληγώνουμε τους αγαπημένους μας. Παρόλα αυτά, εκείνοι μας συγχωρούν και με την αγάπη τους βρίσκουμε πάλι τον εαυτό μας. Το τραγούδι ουσιαστικά θέλει να δείξει ότι ακόμα και στο τέλος του κόσμου, η αγάπη μάς ενώνει και είναι το ένα πράγμα που κανείς δεν μπορεί να μας πάρει.

 

Σχεδόν τρεις χιλιάδες λέξεις αργότερα, το άρθρο αυτό τελειώνει. Δεν έχω γράψει ποτέ μου τόσο πολύ για κάτι, αλλά το «A Thousand Suns» είναι ένα έργο τέχνης για το οποίο τρέφω μεγάλη αγάπη, την οποία ήθελα να μοιραστώ και με άλλους. Κάθε φορά που το ακούω προσέχω και κάτι διαφορετικό και αναλύοντας το μαθαίνω πράγματα για τον εαυτό μου και τον κόσμο γύρω μου. Το άλμπουμ αυτό αποτελεί μια προειδοποίηση για το πού μπορεί να μας οδηγήσει η παθητικότητά μας (και το πού μας έχει ήδη φτάσει), αλλά και μια υπενθύμιση να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Αν είναι να πάρετε μια συμβουλή από όλο αυτό το μακρινάρι, θα σας έλεγα πάντα να αγωνίζεστε για αυτά που πιστεύετε, καθώς επίσης και να αγαπάτε με όλη σας την καρδιά.