Της Μαρίας Μπαμπαλή (κείμενο – ζωγραφιά)
Η θρησκεία είναι μέρος της ζωής όλων των ανθρώπων ασχέτως του ποια ακολουθούν. Είναι η πίστη πως κάποιος, πέρα από το δικό μας βλέμμα, ενεργεί, για να μας φροντίζει και να μας καθοδηγεί. Όταν, όμως, ο φανατισμός και οι προκαταλήψεις εισέρχονται σε αυτήν, τότε η βασική της αρχή, η αγάπη, καταστρέφεται.
Το διάσημο μυθιστόρημα « Η Παναγία των Παρισίων» του Βίκτωρος Ουγκώ δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1831. Ο Ουγκώ ήταν λάτρης της γοτθικής τέχνης και ήθελε να προστατέψει ιστορικά κτίρια που επρόκειτο να κατεδαφιστούν, είτε για λόγους εκσυγχρονισμού είτε από αδιαφορία, όπως εξέφραζε και στο άρθρο του «Πόλεμος στους κατεδαφιστές». Κάνει συχνά εκτενείς περιγραφές της αρχιτεκτονικής του ναού που, αν και κουράζουν κάποιους αναγνώστες, ήταν αναγκαίες για τον στόχο του. Κατάφερε να τελειώσει το βιβλίο μέσα σε έξι μήνες, γράφοντας ασταμάτητα. Πέρα όμως από τον κύριο στόχο του, ο Ουγκώ πέτυχε να ξεπεράσει στερεότυπα της εποχής του, καταγγέλλοντας ανοιχτά τις αυταρχικές και προκατειλημμένες απόψεις για όσους τολμούσαν να είναι διαφορετικοί από το πλήθος.
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Κουασιμόδος, ο δύσμορφος κωδωνοκρούστης του ναού, ένας χαρακτήρας που αντιμετωπίζεται πολύ διαφορετικά στο βιβλίο απ’ ό,τι στην ταινία της Disney. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ίδια η καταγωγή του. Στο βιβλίο, οι Τσιγγάνοι τον άφησαν στον ναό ως αντάλλαγμα, για να πάρουν μαζί τους ένα κοριτσάκι την Αγκνές, που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως Εσμεράλδα, ενώ η πραγματική του καταγωγή παραμένει άγνωστη. Η Disney, αντίθετα, τον παρουσιάζει ξεκάθαρα ως μέλος της κοινότητας των Ρομά. Προσωπικά, θεωρώ ότι πρόκειται για μια από τις πιο έξυπνες αλλαγές της ταινίας: οι γονείς του τρέχουν κυνηγημένοι, γιατί το ανοιχτό χρώμα του παιδιού τους, αποτέλεσμα απλής γενετικής μετάλλαξης, θα μπορούσε να τους στοιχίσει τη ζωή, καθώς ο κόσμος θα έβγαζε τα χειρότερα συμπεράσματα, ότι τον έκλεψαν. Έτσι, η Disney καταφέρνει να μιλήσει για τον ρατσισμό και την προκατάληψη με έναν τρόπο που παραμένει απόλυτα πιστός στο πνεύμα του Ουγκώ, όπως φαίνεται τουλάχιστον από τη δική μου οπτική γωνία, ακόμη και αν παραβιάζει τις προκαταλήψεις του 19ου αιώνα που απηχούνται στο βιβλίο του, οι οποίες συνέδεεαν τους Ρομά με εγκληματικές ενέργειες.
Γενικότερα, οι διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες της ταινίας και σε αυτούς του βιβλίου είναι εμφανείς. Ο Φρόλο της ταινίας, ένας σκληρός δικαστής που κυνηγά τους Ρομά, κρατά έγκλειστο τον Κουασιμόδο, τον οποίο υποτιμά για την καταγωγή και την εμφάνισή του. Θα έκαιγε χωρίς δεύτερη σκέψη τον Φρόλο του βιβλίου, έναν αρχιδιάκονο που υιοθετεί τον Κουασιμόδο και ενδιαφέρεται πατρικά γι’ αυτόν. Η Εσμεράλδα της ταινίας είναι πιο δυναμική και σταθερή, χτίζοντας μια πραγματική φιλία με τον Κουασιμόδο, ενώ στο βιβλίο αυτή η σχέση δεν έχει την ίδια βαρύτητα, και το τέλος της δεν εμπνέει καμία αισιοδοξία.
Η μεγαλύτερη, όμως, έκπληξη ή μάλλον προδοσία για όποιον μεγάλωσε με την ταινία και ανακάλυψε αργότερα το βιβλίο, είναι ο Φοίβος. Στην ταινία είναι γενναίος, ηθικός, ένας άντρας που αψηφά το καθήκον του για χάρη της δικαιοσύνης. Η αγάπη του για την Εσμεράλδα είναι ειλικρινής και έντονη. Στο βιβλίο, ο ίδιος άντρας που η Εσμεράλδα αποκαλεί «ήλιο» της την χρησιμοποιεί για μια επιφανειακή σχέση, ενώ είναι αρραβωνιασμένος, και, όταν εκείνη πεθαίνει, παντρεύεται την αρραβωνιαστικιά του, σαν να μη συνέβη τίποτα.
Παρ’ όλα αυτά, η Disney δεν επιλέγει τον Φοίβο τυχαία. Μας βάζει μπροστά σε ένα δίλημμα ή «τρίλημμα», αν υπάρχει τέτοια λέξη. Ο Φρόλο βλέπει την Εσμεράλδα ως αμαρτία, ως πειρασμό που τον τραβά μακριά από τον Θεό. Ο Κουασιμόδος την βλέπει ως άγγελο, ως διέξοδο από τη φυλακή του — αλλά δεν βλέπει τον εαυτό του άξιο να πετάξει μαζί της. Μόνο ο Φοίβος την βλέπει απλά: ως γυναίκα, ως άνθρωπο, χωρίς προβολές και προσδοκίες. Εκείνη διαλέγει αυτόν που είδε πέρα από κάθε προκατάληψη. Κι ίσως, ναι, να μέτρησε λίγο και η εμφάνιση.
Όσο σέβομαι τον Ουγκώ ως συγγραφέα, το βιβλίο ήταν ένα δίκοπο μαχαίρι για όσους μεγαλώσαμε με την ταινία. Η Disney επέλεξε να μας δώσει ένα λιγότερο σκοτεινό αλλά όχι λιγότερο ουσιαστικό μήνυμα. Και οι δύο εκδοχές, με τον δικό τους τρόπο, μας θυμίζουν ότι η αληθινή τύφλωση δεν είναι η δυσμορφία — είναι η προκατάληψη.
Και οι δύο εκδοχές, τελικά, χρησιμοποιούν τον ναό της Παναγίας των Παρισίων όχι απλώς ως σκηνικό αλλά ως σύμβολο. Ένα μέρος που δέχεται όλους, πιστούς και άπιστους, αμαρτωλούς και αγίους, όμορφους και δύσμορφους. Που δεν κρίνει χρώμα, φυλή ή παρελθόν, παρά μόνο τη συνείδηση που έρχεται να μετανοήσει και την ψυχή που προσεύχεται ακόμα και για τους εχθρούς της. Αυτός είναι ο Θεός που περιγράφει ο Ουγκώ — όχι αυτός που χρησιμοποιούν οι φανατικοί ως δικαιολογία, αλλά αυτός που βλέπει πέρα από κάθε προκατάληψη. Ακριβώς όπως έπρεπε να κάνουν και οι άνθρωποί του.
Ο συγγραφέας δεν επιτίθεται στην πίστη. Παρά μόνο θέτει στον αναγνώστη κάποια ερωτήματα για ορισμένα εκ των οποίων έχω ήδη μιλήσει:
Ποιος είναι τελικά το αληθινό τέρας;
Πού τελειώνει η πίστη και πού αρχίζει ο φανατισμός;
