Της Χρυσής Συρίγου Β3 (κείμενο-φωτογραφία)
Κόντιλα
Ένα έθιμο του Αγίου Νικολάου Χαλκιδικής ήταν τα «Κόντιλα». Τελούνταν από παιδιά σχολικής ηλικίας με τη συμμετοχή των νοικοκυρών κάθε σπιτιού την τελευταία ημέρα του χρόνου, δηλαδή την 31η του Δεκέμβρη τις πρώτες πρωινές ώρες.
Ομάδες παιδιών, αγόρια και κορίτσια, έπρεπε να συνυπάρξουν και να συνεργαστούν, παρά την αντιπαλότητα των δύο φύλων, γιατί έτσι επέβαλλε το έθιμο. Ξεκινούσαν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, αφού δεν υπήρχε ηλεκτροδότηση στο χωριό, κρατώντας κάθε παιδί ένα κλαδί ελιάς με το οποίο χτυπούσαν την πόρτα της εισόδου κάθε σπιτιού, απαγγέλλοντας τα παρακάτω λόγια: «Σήκω, κυρά μου, κι άνοιξε/ την πόρτα την καρένια/ έχω δυο λόγια να σου πω/ γλυκά και ζαχαρένια/ Το καλαθάκι μ’ θέλ’ αυγά/ κι η τσέπη μου καρύδια/ και το χρυσό μαντίλι μου/ θέλει λεπτοκαρύδια». Έπειτα συνέχιζαν, τραγουδώντας ευχές σε αυτοσχέδιους στίχους. Άρχιζαν πάντα με το «Βάια-βάια Κόντιλα» και ακολουθούσε μια σειρά ευχών που ήταν σχετικές με την παραγωγική δραστηριότητα της οικογένειας «…..κι πουλύ στάρ’, κι πουλύ λάδ’, κι πουλύ κρασί». Αν η οικογένεια είχε τέκνα της παντρειάς, προσέθεταν και την ευχή «…..κι καλές νύφες κι καλνοί γαμπροί….». Κλείνοντας, σε όλα τα σπίτια ανεξαιρέτως κατέληγαν με την αναφορά στο μετάξι, γιατί η εκτροφή του μεταξοσκώληκα αφορούσε στο σύνολο των νοικοκυριών «…Όσου είνι βαριά η πόρτα να βαρύν’ κι του μιτάξ’ ’ταξ’-’ταξ’-’ταξ’, ένα δάχτυλου μιτάξ’ ως τουν ουρανό να στάξ’».
Τότε, η νοικοκυρά άνοιγε διάπλατα τη δίφυλλη εξώπορτα και έδινε την εντολή: «… Πρώτα οι π’λάδες, ύστιρα τα πιτ’νάρια». Δηλαδή πρώτα οι πουλάδες, τα κορίτσια, και ύστερα τα πετεινάρια, τα αγόρια. Αυτή η απαίτηση των νοικοκυράδων ήταν και η αιτία που έβγαιναν μεικτές ομάδες αγοριών-κοριτσιών να κοντιλήσουν. Η νοικοκυρά έριχνε σιτάρι στο δάπεδο, φωνάζοντας «πουλ-πουλ-πουλ», και τα παιδιά, με τα κορίτσια να προηγούνται, αφού ανακάτευαν το σιτάρι με τα ελιόκλαδα, ανταπαντούσαν, μιμούμενα τις κλώσες «κλου-κλου-κλου».
Ακολουθούσε το κέρασμα που μπορεί να ήταν: καρύδια, αμύγδαλα, φουντούκια, καραμέλες, σύκα λιαστά, σταφίδες, χαρούπια, καθώς και λουκουμάδες ή τηγανίτες. Μετά το φίλεμα με κάποιο από τα παραπάνω καλούδια, αποζημιωνόταν η νοικοκυρά με τον επίλογο των νυχτερινών καλάντων: «Σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε/ πέτρα να μη ραγίσει/ κι ο νοικοκύρης του σπιτιού/ χρόνια πολλά να ζήσει». Όταν, όμως, οι νοικοκυρές δεν άνοιγαν το σπίτι τους στους νυχτερινούς καλαντιστές, ακουγόταν ο επίλογος, «τα Καλιακούδια»: «Σ’ αυτό του σπίτι που ’ρθαμε γιουμάτου καλιακούδια τα μ’σά γιννούν , τα μ’σά ψουφούν, τα μ’σά σας βγάζ’ν τα μάτια». Ο φόβος μην ακουστούν τα «Καλιακούδια» κρατούσε ξάγρυπνες τις γυναίκες εκείνο το βράδυ, για να υποδεχτούν τα παιδιά και να μπει στο σπίτι τους η ευλογία των ευχών που αυτοσχεδίαζαν και τραγουδούσαν.
Μόλις τελείωναν και γυρνούσαν σπίτι τα παιδιά, οι γυναίκες έκαιγαν τα μαδημένα από τη νυχτερινή χρήση κλαδιά της ελιάς που κουβαλούσαν τα παιδιά τους με σκοπό να μαντέψουν ποιο προϊόν, λάδι ή σιτάρι, θα παραχθεί περισσότερο τη νέα χρονιά.
Στις μέρες μας, μαθητικές ομάδες και σύλλογοι επιδιώκουν την αναβίωση αυτού του εθίμου, προκειμένου να το διατηρήσουν στο πέρασμα των χρόνων και να το γνωρίσουν οι επόμενες γενιές. Ωστόσο, οι διαφορετικές ανάγκες και ασχολίες των σημερινών κατοίκων του χωριού προσδίδουν μια επιφανειακή και όχι ουσιαστική προσέγγιση χωρίς συναισθηματικό υπόβαθρο.
Πηγή: Δημήτρης, Αγγ. Σμάγας, Εκπαιδευτικός – συγγραφέας, «Βάια βάια Κόντιλα κι πουλλά μιλίσσια…», περιοδικό Παγχαλκιδικός Λόγος, Τεύχος 65ο, Οκτώβριος – Νοέμβριος 2025, σ. 6-7.
