Ο Γεώργιος Ιακωβίδης γεννήθηκε στα Κίδηρα της Λέσβου στις 11 Ιανουαρίου 1853 και πέθανε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 1932. Είναι ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Ελλάδας.
Ο Γιώργος Ιακωβίδης, όταν ήταν 13 χρονών πήγε στη Σμύρνη για να ζήσει με τον θείο του και να σπουδάσει στην Ευαγγελική Σχολή. Από μικρός εργαζόταν και έδειχνε ενδιαφέρον για την τέχνη και την ξυλογλυπτική. Το 1868 ακολούθησε τον θείο του στη Μενεμένη και αργότερα το 1870 με την οικονομική στήριξη του Μιχαήλ Χατζηλουκά, συγγενή του θείου του αποφάσισε να σπουδάσει στην Αθήνα. Το 1870 γράφτηκε στο σχολείο των Τεχνών της Αθήνας. Δάσκαλοί του ήταν ο ζωγράφος Νικηφόρος Λύτρας και ο γλύπτης Λεωνίδας Δρόσης. Από το σχολείο των Τεχνών αποφοίτησε με άριστα το 1977 έχοντας αρχίσει να ξεχωρίζει για το καλλιτεχνικό του ταλέντο.
Τον Νοέμβριο του 1877 πήρε υποτροφία από το ελληνικό κράτος και πήγε στο Μόναχο για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της πόλης. Δάσκαλοί του ήταν ο Λουντβιχ φον Λοφτς, ο Βίλχελμ φον Λιντενσμιτ και ο Γκάμπριελ φον Μαξ. Το 1883 ολοκληρώνει τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου και τα επόμενα 17 χρόνια εργαζόταν στο Μόναχο.
Το 1878 δημιούργησε το δικό του εργαστήριο στο Μόναχο καθώς και μία σχολή ζωγραφικής για γυναίκες.
Έγινε γρήγορα γνωστός και κέρδισε πολλά βραβεία. «Χρυσούν μετάλλιον» στην Αθήνα, στο Βερολίνο και στο Μόναχο, ιδιαίτερο βραβείο στο Παρίσι, «Βραβείο τιμής» στη Βρέμη, «Οικονόμειον βραβείον» στην Τεργέστη, βραβείο Βαρκελώνης και χρυσό μετάλλιο στο Παρίσι.
Το 1889 φεύγει από τη ζωή η σύζυγός του Άννα. Αυτό τον επηρέασε βαθιά και λέγεται πως από τότε σταμάτησε να ζωγραφίζει χαρούμενα παιδικά θέματα.
Το 1900 καλείται από την ελληνική κυβέρνηση να επιστρέψει στην Ελλάδα και διορίζεται ως πρώτος έφορος της Εθνικής Πινακοθήκης. Το 1904 πεθαίνει ο Νικηφόρος Λύτρας και διορίζεται καθηγητής ελαιογραφίας στη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκείνη την περίοδο τιμάται με τον «Χρυσό σταυρό των Ιπποτών».
Ο Ιακωβίδης υπήρξε αναγνωρισμένος καλλιτέχνης της βασιλικής οικογένειας και από τους λίγους εύπορους Έλληνες ζωγράφους.
Το 1910 γίνεται διευθυντής της Σχολής Καλών Τεχνών ενώ το 1914 τιμάται με το «Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών». Το 1926 ορίζεται μέλος στην Ακαδημία Αθηνών.
Το 1930 αποχωρεί από τη διεύθυνση της Ανωτάτης με τον τίτλο του επίτιμου διευθυντή.
Το έργο του Ιακωβίδη
Ο Ιακωβίδης προερχόμενος από τη «Σχολή του Μονάχου» υπηρέτησε τον γερμανικό ακαδημαϊκό ναρουραλισμό. Στα θέματά του διακρίνουμε τη θεατρικότητα και την αυστηρότητα παρά τη ζωντάνια τους. Από νωρίς ζωγράφιζε τα πρόσωπα με απόλυτη ακρίβεια. Η ικανότητά του να αποδίδει σωστά το φως αλλά και τις υφές του τον έκανε πολύ αγαπητό προσωπογράφο στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας. Ωστόσο, στην ιστορία της τέχνης της Ελλάδας έμεινε γνωστός για την μοναδική αποτύπωση της παιδικής ηλικίας.
Αν και κατηγορήθηκε για συντηρητική στάση απέναντι στον ιμπρεσιονισμό και θεωρήθηκε εμπόδιο στην εξέλιξη της τέχνης στην Ελλάδα, στην πραγματικότητα δεν περιόρισε ποτέ τους μαθητές του που ήθελαν να πειραματιστούν με τις σύγχρονες τάσεις.
Το διάστημα που ζούσε στη Γερμανία η θεματολογία του περιλάμβανε κυρίως σκηνές από τη καθημερινότητα δίνοντας έμφαση στα παιδιά, τα σπίτια και τις νεκρές φύσεις.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, εστίασε στις προσωπογραφίες και άφησε πάνω από 200 σημαντικούς πίνακες που σήμερα βρίσκονται σε μεγάλα μουσεία και συλλογές. Κάποιες από τις πιο διάσημες δημιουργίες του είναι: «Παιδική συναυλία», ο «Παιδικός καυργάς» και η «Μητρική στοργή» .
Η Εθνική Πινακοθήκη τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση τον Νοέμβριο του 2005.
Πηγές:
https://www.nationalgallery.gr/
https://maxmag.gr/afieromata/georgios-iakovidis/
Ρακέλα Τσιάπι – Ε΄ τάξη


